Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Διέξοδοι στην σύγχρονη πνευματική κρίση

Διέξοδοι στην σύγχρονη πνευματική κρίση

…Δίχως τον Χριστό  η ζωή θα είναι άχαρη , άφωτη και φοβισμένη. Δεν μπορώ να πω ότι η χριστιανική ζωή δεν έχει αγώνα και αγωνία. Δεν είμαστε χριστιανοί για να περνάμε καλά. Το να είσαι αληθινός χριστιανός σήμερα είναι μια συνεχής διακινδύνευση, μια ωραία περιπέτεια . Αν πηγαίνουμε στην εκκλησία μόνο και μόνο για να ευχαριστούμε τον Θεό που περνάμε καλά, τότε θρησκειοποιούμε την Ορθοδοξία. Ο σκοπός της ζωής μας δεν είναι μια υλική πρόοδος και μια κοσμική ευτυχία. Η αγιότητα συχνότατα ανθεί στη φτώχεια, τη στέρηση, την ασθένεια, την κατηγορία, τη συκοφαντία, την εξορία. Οι άγιοι δεν ήταν ιδιαίτερα προοδευμένοι κι ευτυχισμένοι. Ας μην το λησμονάμε κι αυτό. Μιλάμε συνεχώς για εισοδηματική πολιτική. Πότε θα μιλήσουμε για πνευματική πολιτική; Ή για κοινωνική πνευματική συνεισφορά; Ο άνθρωπος ζει τόσο, όσο αγαπά.
Γεννιέται κι ένα άλλο ερώτημα: Αξίζει να μιλάς άλλο ή να σιωπάς; Τι να λες, όταν δεν ακούγεσαι; Τι να λες, όταν νομίζεις ότι μόνο μιλώντας υπάρχεις; Μιλάς για ν’ αναγνωρίζεσαι, να τιμάσαι, να θαυμάζεσαι, να επιβάλλεσαι. Τότε καλύτερα να σιωπάς. Γιατί όμως σιωπάς; Γιατί δεν έχεις κάτι σπουδαίο να πεις ή γιατί φοβάσαι; Και ο λόγος και η σιωπή έχουν τον καιρό τους, θέλουν σοφία, γνώση, προσοχή, προετοιμασία. Οι παραπάνω λόγοι είναι καρποί μακράς σιωπής . Μιας σιωπής που διέκοψα για να συνομιλήσω με καλούς επισκέπτες της ταπεινής καλύβης μας, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αυτού που πραγματικά ήξερε να μιλά. ΟΙ προσκυνητές του Αγίου Όρους ψάχνουν συχνά για τον λόγο των Γερόντων. Δεν τους αρκεί ο αρχαίος και σημαντικός λόγος της θείας λατρείας. Φοβάμαι πως μερικές φορές ψάχνουν να βρουν κάποιον να επιβεβαιώσει τις ιδέες, τις προτιμήσεις τους και τις επιλογές τους. Δεν είναι ανοιχτοί σε διάλογο, ν’ ακούσουν κάτι άλλο από αυτό που θέλουν. Παρ’ όλα αυτά έχουμε συγκινητικές ιστορίες νέων ανθρώπων που έγινε σταθμός της ζωής τους ένα προσκύνημα στο Άγιον Όρος.
Πρέπει ακόμα να μάθουμε ν’ ακούμε τη σιωπή του Θεού. Όταν καθυστερεί να μας απαντήσει, κάτι σημαντικό συμβαίνει, κάτι περιμένει από εμάς, κάποιος λόγος υπάρχει. Γράφει ο άγιος Νικόλαος Αχρίδος : «Ξεκίνα τον δρόμο σου , με φόβο Θεού και εξ ολοκλήρου με εμπιστοσύνη στον Θεό. Αφού, να ξέρεις, και αυτός ο ευκολότερος δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…».
… Θα ήθελα έστω και ελάχιστα να συνδράμω οδηγώντας σε μια διέξοδο. Μη μας πτοούν οι ειρωνείες. Μη φοβόμαστε που δεν είμαστε πολλοί. Μην αισθανόμαστε μειονεκτικά και ντροπιασμένοι. Ο πόλεμος ας μας κάνει πιο γενναίους. Τον πόνο μας και την πικρία μας απ’ όσα ακούμε, βλέπουμε και βιώνουμε, ας τον κάνουμε θερμή, καρδιοστάλακτη προσευχή. Οι χλευαστές της ιερότητας αυτοτιμωρούνται ζώντας μια ανέραστη ζωή. Ας μην απαντάμε πάντοτες στις προκλήσεις. Ας μην ερχόμαστε σε  οξεία αντιπαράθεση με τον πειρασμό. Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε πως και ο πειρασμός του κάνει καλό, γιατί τον κάνει ν’ αγωνίζεται πιο πολύ. Μη φοβόμαστε τις θύελλες των καιρών. Μη παρασυρόμαστε σε λογισμούς απιστίας. Να ευχαριστούμε τον Θεό που έχουμε τη συντροφιά Του, την ενίσχυσή Του, την  παραμυθία και την ευλογία Του, Είμαστε τυχεροί που έχουμε έναν τέτοιο Πανάγαθο Θεό. Ας αγαπήσουμε και τους εχθρούς μας ως ευεργέτες μας και θα βρούμε μια υπέροχη ανάπαυση στις καρδιές μας. Να θυμόμαστε συχνά τον σταυρό του Χριστού, το πρόσκαιρο της ζωής, την αιώνια ζωή και θα ισορροπούμε και θα ειρηνεύσουμε αφάνταστα. Μακριά από εμάς κάθε απελπισία. Υπήρξαν και χειρότερες εποχές από τη σημερινή. Ο Χριστός δεν κοιμάται. Η Εκκλησία ποτέ δεν καταποντίζεται. Η κρίση να μας ωριμάσει και να μας φρονηματίσει. Υπάρχει άφθονη αρετή κρυμμένη και σήμερα και στα μοναστήρια και στον κόσμο.
Λυπούμαστε ειλικρινά για την απιστία των πολλών. Πονάμε από αγάπη και συμπόνια και προσευχόμαστε για τον φωτισμό και τον επανευαγγελισμό τους. Μήπως σταθήκαμε κι εμείς αιτία της άρνησής τους; Μη φλυαρούμε κι επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια. Οι τύχες μας είναι στα χέρια του Θεού. Ας Τον εμπιστευθούμε. Ας συνεργαστούμε αφοσιωμένα μαζί Του.
 Η κρίση είναι προς συνετισμό. Να θυμηθούμε όσα σοβαρά έχουμε λησμονήσει. Ν’ αναχθούμε από την ύλη στο πνεύμα . Να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος «ουκ επ' άρτω μόνο ζήσεται ο άνθρωπος». Η κρίση είναι προς αφύπνιση. Η κρίση είναι προς αυτοκριτική. Η κρίση είναι για να μετανοήσουμε , να κλάψουμε , να προσευχηθούμε. Η κρίση είναι προς υγιή και ειλικρινή ταπείνωση.   Η κρίση είναι για ν’ αφήσουμε το επίμονο αντιασκητικό πνεύμα και να προσλάβουμε το γνήσιο ασκητικό φρόνημα της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας δια πρεσβειών πάντων των αγίων και της Υπεραγίας Θεοτόκου, της προστάτιδος του αγιωνύμου Όρους και όλης της Ελλάδας.
 Η κρίση είναι για να ταπεινωθούμε πιο πολύ κι εμείς οι Αγιορείτες αλλά και όλοι. Η κρίση μας κρίνει. Η κρίση μας κατακρίνει. Η κρίση προκρίνει τη γνησιότητα ,την πρόσληψη του απαραίτητου και την απόρριψη του περιττού. Η κρίση είναι για να προσκυνήσουμε τον μόνο, αληθινό, Τριαδικό Θεό, στον οποίο αξίζει η τιμή και η προσκύνηση όλων μας και τώρα και πάντοτε και εις τους ατελεύτητους αιώνες αμήν.
Από το βιβλίο: «παθοκτονία»
πρόσκληση μετανοίας
σε καιρούς κρίσεως
ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Εκδόσεις «εν πλω»

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Κριτική της αρχαιοελληνικής θρησκείας από τους Έλληνες σοφούς


Κριτική της αρχαιοελληνικής θρησκείας από τους Έλληνες σοφούς



ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΥΣ

    Αυτά βλέποντας οι μεγάλοι σοφοί της αρχαιότητας απέρριψαν επιδεικτικά την αρχαιοελληνική θρησκεία, την οποία χαρακτήρισαν απαράδεκτη, παράλογη και εν πολλοίς επικίνδυνη για την ανθρώπινη κοινωνία!
Όλα σχεδόν τα μεγάλα πνεύματα της αρχαιότητας άσκησαν κριτική και αρνήθηκαν την αρχαιοελληνική ειδωλολατρία. «Κατά τους εξ π.Χ. αιώνας προσεπάθησαν να υπερβούν την πολυθεΐαν, να διαμορφώσουν μίαν υψηλοτέραν ιδέαν περί πνευματικού Θεού, να καθάρουν την έννοιαν του θείου από όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία είχαν επισωρεύσει η μυθολογία, η δεισιδαιμονία και η πρωτόγονος μαγική σκέψις των μαζών» (Κ. Σπετσιέρη, «Εικόνες Ελλήνων Φιλοσόφων», Αθήνα 1964, σελ. 75).
«Οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι αντιτάχθησαν στην ειδωλολατρική πολυθεΐα και ηγωνίσθησαν, ώστε να καθαρθεί η έννοια του θείου από το μη θεοπρεπές στοιχείον» (Ν. Βασιλειάδη «Ο ανθρωπισμός του Χριστιανισμού» Αθήναι 1986, σελ. 48).
Πρώτος ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) τόλμησε να αρνηθεί την κρατούσα ειδωλολατρική θρησκεία της εποχής του και να διακηρύξει επίσημα: «Εις Θεός, εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοίσι όμοιος ουδέ νόημα». Όμως «πάντα θεοίσ' ανέθηκαν Όμηρος θ' Ησίοδος τε... όσσα παρ' ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν» (Ξενοφ. Απ.,11)!
Τους θεούς θεωρούσε εξ ολοκλήρου αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας, ανάρμοστα για τη θεία φύση. Υποστήριζε μάλιστα πως όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιοι με όσους λένε πως οι θεοί πεθαίνουν!
Ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) επιζητούσε «εξαγνισμόν από τα είδωλα» και πνευματική λατρεία του θείου (Αποστ. 5, Diels). Συνέλαβε την έννοια του ενός Θεού υποστηρίζοντας πως «Έν πάντα... εκ πάντων έν καί εξ ενός πάντα...ταυτό τε ζών καί τεθνηκός καί εγρήγορος καί καθεύδον καί νέον και γηραιόν... αγαθόν και κακόν -εν καί ταυτόν-» (Β΄ 50, 10, 88, 58).
Καθιέρωσε την πνευματική έννοια του Λόγου ως την υπέρτατη αιτία των πάντων και ως τον πάνσοφο νου που συγκροτεί τον κόσμο και προνοεί γι' αυτόν (Α 16). Υποστήριζε πως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδρασή στα ήθη των ανθρώπων. Ακόμη στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά ανθρώπου και Θεού (Αποσπ. 88) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κ.λπ.).
Ο Αναξίμανδρος (610-564 π.Χ.) αποφάνθηκε πως το θείον είναι «αθάνατον καί ανόλεθρον», «περιέχει δε άπαντα καί πάντα κυβερνά» (Αριστ., Μεταφ. 203Β).
Ο Εμπεδοκλής (493-433 π.Χ.) καταδίκασε έντονα τον ανθρωπομορφισμό της αρχαιοελληνικής θρησκείας και όρισε ότι το θείον είναι πνεύμα (Β΄ 134)
Ο Παρμενίδης (5ος αιών π.Χ.) αρνήθηκε μετά βδελυγμίας τις απαράδεκτες αντιλήψεις της εποχής του για το θείο και αποφάνθηκε πως αυτό είναι πέρα από κάθε φυσικό φαινόμενο και ανθρώπινη σύλληψη. Το θείον είναι «ατεμές» και «ακίνητον» (Β΄ 23, 24, 26)
Ο Αναξαγόρας (490-427 π.Χ.) απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια, δεν είναι θεοί, όπως πρέσβευε η ειδωλολατρική θρησκεία και η οποία απαιτούσε λατρεία γι' αυτά, αλλά πύρινες μάζες. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Θαλής, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος.
Ο Μητρόδωρος (5ος αιών π.Χ.), μαθητής του Αναξαγόρα, διακήρυξε πως «οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν» (P. Decharme, «Ελληνική Μυθολογία» τομ. Α', σελ. 286).
Ο Πρωταγόρας (480-411 π.Χ.) θεμελίωσε την έννοια της απόλυτης υπερβατικότητας του θείου και σατίρισε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του, γι' αυτό οι φανατικοί ειδωλολάτρες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν (Θ.Η.Ε., τομ. 10,692).
Ο Ηρόδοτος (480-421 π.Χ.) δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς και στηλίτευσε την απαράδεκτη ιερή πορνεία (Ιστ. Ι. 199). Ο Αριστόδημος και ο Δημοσθένης περιγελούσαν επίσης τις ανόητες μαντείες του δελφικού μαντείου (P. Dech., ό.π.). Επίσης ο Επίχαρμος (530-440 π.Χ.) λοιδορούσε την αρχαία ειδωλολατρία, διότι αυτή θεωρούσε «τούς θεούς είναι ανέμους, ύδωρ, γήν, ήλιον, πύρ, αστέρες» (Στοβ. Ανθ. 91,92).
Ο Πίνδαρος (522-446π.Χ.) στα περίφημα ποιήματά του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες που προσβάλουν το θείο, (Πινδ. Ολυμ. Θ΄35) και (P. Dech., ό.π., σελ. 7) και δεν έκρυβε τις μονοθεΐζουσες ιδέες του (Θ.Η.Ε., τόμ. 10, 393).
Ο Πρόδικος (5ος αιών π.Χ.) υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας, λόγω πλάνης, θεωρούσαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους, όπως ο ήλιος, η σελήνη, τα ποτάμια οι πηγές, τα ζώα, κ.λπ. (Ξενοφ. Απομν. 11,3)
Ο Αντισθένης (414-365 π.Χ.) διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε την θρησκεία της εποχής του γιατί οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι! (Cicero de Nat. Deor. I,II, 13).
Ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) ζήτησε να πάψουν οι ανόητες ζωοθυσίες, αφενός μεν από σεβασμό προς τα ζώα και αφετέρου, επειδή ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιες ταπεινές πράξεις (Θ.Η.Ε., τόμ. 6,415).
Ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.) χαρακτήρισε τις γελοίες για τους θεούς διηγήσεις των ποιητών «αοιδών δυστήνους λόγους» (Ευρ., Ηρακλ. Μαιν. 1346) και υποστήριξε πως «εί οι θεοί εισί κακοί ουκ εισί θεοί» (Ευρ., Βαλλεροφ. 23) με αποτέλεσμα να γίνει στόχος του φανατικού ειδωλολατρικού όχλου και να καταφύγει στη Μακεδονία!
Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής. Κατά κανόνα ομιλούσε για Θεό και σπανιότατα ομιλούσε για θεούς. Στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι' αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως «έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων».
Ο Πλάτων (428-347 π.Χ.) φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο από την «Πολιτεία» του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοί μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους. Τόνισε εμφατικά ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος έπλασαν ψευδείς και ανάξιους μύθους για τους θεούς (Πολιτ. 368Α-383C).
Αρνήθηκε ουσιαστικά την πατρώα ειδωλολατρική θρησκεία και προσηλώθηκε στην δική του ιδεατή θεότητα, το «Όντως Όν». Χαρακτηριστικά είναι τα εξής αποφθέγματα του μεγάλου φιλοσόφου, τα οποία προδίδουν τις μονοθεϊστικές αντιλήψεις του: «Ο δή Θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον άν είη μάλιστα» (Νομ. IV 716e), «Ομοιούσθαι Θεώ» (Πολ. 613Β), «Ο Θεός έχει ταίς χερσίν αυτού τήν αρχήν, το μέσον και το πέρας πάντων των ό-ντων» (Νομ. Δ' 713e).
Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) όρισε το θείον ως «τό πρώτον κινούν ακίνητον», ως «Νόησιν Νοήσεως» και ως «Ζώον αΐδιον άριστον» (Μεταφ. 1072, Β' 29) ορίζοντας έτσι την πίστη του σε μία υπερβατική αρχή. Υπεράσπισε την ενότητα της θείας ουσίας ως εξής: «ουκ πολυκοιρανίη εις κοίρανος» (Μεταφ. 1076Α). Αρνήθηκε κατηγορηματικά τις ανόητες περί θεών πίστεις της αρχαιοελληνικής θρησκείας και γι' αυτό κατηγορήθηκε για αθεϊσμό!
Οι Στωικοί, ακολουθώντας την διδασκαλία του Ζήνωνα καθιέρωσαν την πίστη στον ένα Θεό και ερμήνευσαν τους μύθους του Ομήρου αλληγορικά (P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Αθήναι 1977, σελ 304).
Αρνητές της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρικής θρησκείας υπήρξαν ακόμα ο Καρνεάδης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και όλοι οι σοφιστές, οι κυνικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι.
Το τελειωτικό κτύπημα στην αρχαία θρησκεία, το έδωσε ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος (317-297 π.Χ.) ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί της αρχαιοελληνικής θρησκείας ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της πολιάς αρχαιότητας, τους ο-ποίους οι άνθρωποι λόγω αμάθειας θεοποίησαν!
Έχοντας όλα αυτά υπ' όψιν του ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας († 165 μ.Χ.) έγραφε πως «Οι μετά λόγου βιώσαντες χριστιανοί εισί, κάν άθεοι ενομίσθησαν, οίον εν Έλλησι μέν Σωκράτης καί Ηράκλειτος καί οι όμοιοι αυτοίς» (Ιουστ. Α΄ Απολ. α΄ 46,3, ΒΕΠΕΣ 3,186) και «Ουχ αλλότρια εστί τά τού Πλάτωνος διδάγματα τού Χριστού, όσα ούν παρά πάσι καλώς είρηται ημών τών Χριστιανών εστί» (Ιουστ. Β' Απολ. 13,2-4, ΒΕΠΕΣ 3,207)!
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς επίσης μίλησε περί «ειδικής αποκαλύψεως» από το Θεό στους αρχαίους Έλληνες σοφούς (Προτρεπτ. VI, ΒΕΠΕΣ 7,52)!
Αργότερα, με το έπος και την σπουδή των κλασικών ο Βυζαντινός αναλαμβάνει την ελληνική του καταγωγή, χωρίς να αισθάνεται πως κάτι τέτοιο βλάπτει την Χριστιανικότητά του, συνδυάζοντας φιλοσοφία και θεολογία και ανακηρύσσοντας θαρραλέα τους σοφούς της αρχαιότητας χριστιανούς προ του γράμματος!
Συναρμόζοντας τους αρχαίους με τους μέσους αιώνες στην ψυχή τους, οι άνθρωποι της εποχής εκείνης απεργάζονται δυναμικά την ιστορική του έθνους συνέχεια, το σε όραμά τους θα ζωντανέψει στους νάρθηκες των Εκκλησιών, όπου ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι άλλοι μεγάλοι του προχριστιανικού ελληνισμού θα ιστορηθούν με αμφίεση προφητών.
Ο νεώτερος ελληνισμός, όπως άλλωστε και ο βυζαντινός που τον γέννησε δεν συνιστούν παράλληλα ή προδρομικά φαινόμενα των νεοτέρων χρόνων της Ευρώπης, αλλά συνιστούν, και εδώ έγκειται η εθνική μας ιδιορρυθμία, ανάπλαση και μεταστοιχείωση ενός και του αυτού λαού, από εσωτερική περίσσια και όχι από εξάντληση.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ-Η ΑΠΕΙΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Read more: http://www.egolpion.com/sofoi_ellada.el.aspx#ixzz2txUWezTm

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Λύτρον λύπης

Λύτρον λύπης
15Μάι




Στο στοχαστικό βλέμμα του αρχαίου ελληνικού κόσμου νιώθουμε απλωμένη μια Λύπη που είναι λύπη θανάτου, αίσθηση της ματαιότητας, λύπη βαθειά του αινίγματος που είναι η ζωή και που κανένας δεν μπόρεσε να λάβει πειστικά. Τότε ακριβώς, μέσα από την πεπεδημένη(φυλακισμένη) καρδιά φουντώνει σαν πυρκαγιά η δίψα του μυστηρίου, η λαχτάρα να οικειωθεί το μυστήριο που παφλάζοντας μάς περιβάλλει. Πολλές είναι οι εικασίες για το περιεχόμενο των Ελευσίνιων μυστηρίων, αλλά  μάς αφήνουν στο βάθος τη βεβαιότητα πως θα ήταν ακριβώς ένας εξορκισμός του θανάτου, μια έξαρση της ζωής και της συνέχειας του κόσμου και του ανθρώπου. Με την προσχώρηση, με την αποδοχή του μυστηρίου, η ψυχή γαληνεύει γιατί είναι ακριβώς η ουσία της το μυστήριο, η ζωή αποχτά νόημα υπερβατικό και ο παραλογισμός αίρεται.  Η Λύπη μεταμορφώνεται σε υπέρλογη ελπίδα.
Τη νέκρωση του θανάτου γιορτάζουμε οι χριστιανοί, ξεχωριστά εμείς οι Ορθόδοξοι που ζώντας αδιάκοπα μέσα στην Ανάσταση του Χριστού έχουμε μια διαφορετική, πνευματική κι όχι συναισθηματική, τραγική κι όχι δραματική αίσθηση του πένθους που βαραίνει την Εκκλησία όλη τη Μεγάλη Βδομάδα. Νιώθουμε ως τη ρίζα της ύπαρξής μας πως για τη ζωή μας πια και για την τάξη του κόσμου, μετά την έλευση του Ιησού, ο θάνατος είναι “δημιουργός». Αναπότρεπτα θα περάσουμε από τη δική του αράγιστη σιγή κι από το βαθύτερο σκότος. Αναπότρεπτα θα εγκαταλείψουμε τον αισθητό αυτό κόσμο για να θριαμβεύσουν στη ψυχή μας δυνάμεις υπεραισθητές. Αυτή η βεβαιότητα της προσωρινότητας μας δίνει μιαν άλλη, βαρυσήμαντη έννοια στη ζωή αυτή και στην προσωπική μας άθληση κρίνεται η αιώνια θέση μας. Η Ελευθερία και η Αρετή κατακλύζονται από σημασία ουράνια, γίνονται προικίσματα κι αθλήματα του πνεύματος που είναι προσηλωμένο στην αιώνια μοίρα του.
Το βαρύ νέφος της Λύπης αποσύρεται από τη καρδιά μας, τα στήθη μας ευρύνονται, ανασαίνουν ελεύθερα την ευλογία του Θεού και την απτοποίηση του μυστηρίου. Τώρα πια, ο καταθλιπτικός παραλογισμός της ανθρώπινης ύπαρξης διαλύεται γιατί ο βίος όλος φωτίζεται, αποχτά φυσιογνωμία κι αιτία κάτω από το αναστάσιμο φως. «Χριστός ανέστη, και ζωή πολιτεύεται» λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον περίφημο Κατηχητικό του Λόγο της αναστάσιμης Λειτουργίας. Η ζωή, η σκόρπια κι εκτεθειμένη στη λύπη του θανάτου, η χαίνουσα από την συνείδηση της ματαιότητας, οργανώνεται, αποχτά το στόχο της που είναι ακριβώς η προετοιμασία για την αιωνιότητα, για τη νίκη του θανάτου.
Εδώ πια, πλάι από τον ολάνοιχτο τάφο του Θεανθρώ­που, μπροστά στα έκθαμβα, κουρασμένα από δάκρυα μάτια των Μυροφόρων γίνεται η απαρχή «άλλης βιωτής, της αιωνίου».
Ο άνθρωπος αναρριγάει από άγια περηφάνεια. Απλώνει τα χέρια του κι αγγίζει τα εντάφια σπάργανα, τα σπασμένα δεσμά του καθαιρεμένου Αδη. Ο Χριστός παράδωσε στα χέρια του Σώμα Ζωηφόρο, πηγή της αθανασίας. Ταπείνωσε κι εξουθένωσε το θάνατο αφήνοντας του τον ουρανό ολάκερο. Το μυστήριο στην τέλεια έξαρσή του, το θαύμα στη πληρότητά του, η ζωή αποκαλύπτει την ουσία της κι ο άνθρωπος την αξιοπρέπειά του.
Πεπεδημένοι της σκληρής αυτής εποχής, πεθαίνοντας κάθε μέρα όταν μάς λείπει η αγάπη, όταν οι γειτονικές μας καρδιές βουβαίνονται, όταν την επιείκεια αντικαθιστά ο κενόσπουδος κι ιταμός έλεγχος, όταν στη πράξη της Εκκλησίας του Χριστού δεν εκφράζεται η Ανάσταση και δεν βεβαιώνεται η αθανασία του ανθρώπου, πεθαίνοντας κάθε μέρα, ασφυκτιώντας μέσα στους ψυχρούς τοίχους ενός «πολιτισμού» που μυκτηρίζει τον άνθρωπο, χαμένοι μέσα σ’ αδιάφορα πλήθη ενώ τη ζωή μας σημαδεύει το αίμα της καρδίας μας, ναι, πεπεδημένοι κι ανήσυχοι, ακούμε μέσα σ’ αυτό τον κρυσταλλένιο όρθρο το αηδόνι της αθανασίας μας να κελαηδεί. Σπάζουμε το βρόχι της λύπης κι ανεβαίνουμε από τα φρέατα της απελπισίας γεμάτοι από το θείο φως τ’ ουρανού, ολόφλογοι από την αγάπη του Χριστού. Ανεβαίνουμε να πανηγυρίσουμε τη Λαμπρή, να γευτούμε τη γλύκα της ανθρώπινης αδελφοσύνης, να αισθανθούμε τον ωκεανό της αιωνιότητας να σφαδάζει μέσα στα στήθη μας. Ανεβαίνουμε από τα σκότη και μας φέγγει ο μέγας Ήλιος της Δικαιοσύνης.
Ελπίζουμε γιατί πιστεύουμε, και με τη πίστη αυτή χτυπάμε κατάστηθα την εποχή μας. Εποχή πεισιθάνατη και βαθύτατα λυπημένη, μ’ ανθρώπους που αδιάκοπα διψούν για διασκέδαση, για κραιπάλη των αισθήσεων άλλα που μέσα, βαθιά τους έχει ανοίξει τα χείλη της η πηγή της απελπισίας και σταλάζει όλο πιο πολύ φαρμάκι, εποχή σκοτεινή, μ’ ανθρώπους τρομαγμένους και μοναχούς, καταλάμπεται ξάφνου από το χαρμόσυνο φως της Αθανασίας που αποκάλυψε και βεβαίωσε με την ανάστασή του ο Χριστός. Όλα γίνονται χαρά κι Αγάπη, όρθρος νέου κόσμου.
(Κ. Ε. Τσιρόπουλου, «Αυτοψία της εποχής»)

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Η ΣΤΑΥΡΟΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ

Η ΣΤΑΥΡΟΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ

                                   
Σεβασμιώτατε, άγιοι πατέρες, εντιμότατοι άρχοντες, αγαπητοί χριστιανοί, «Γέρων τις ἦν ἐν τῇ Λαύρα τῶν Πυργίων ὀνόματι Μυρογένης καί εἰς τοσαύτην ἤλασε σκληραγωγίαν, ὥστε αὐτόν ὑδρωπικόν γένεσθαι.
Ἔλεγε δέ συνεχῶς τοῖς παραβάλλουσιν αὐτῷ Γέρουσι πρός θεραπείαν: Εὔξασθε, Πατέρες, ἵνα μή ὑδρωπικός γένηται ὁ ἔσω ἄνθρωπος· ἐγώ γάρ ἐπί πολύ τῇ τοιαύτῃ ἐπιμεῖναι νόσῳ εὔχομαι τῷ Θεῷ.
Περί τούτου τοῦ ἀββά Μυρογένους ἀκούσας ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων Εὐστόχιος, ἠθέλησε πέμψαι αὐτῷ τάς χρείας. Ὁ δέ οὐδέποτε ἐδέξατο παρ’αὐτοῦ τίποτε· ἐδήλωσε δε αὐτῷ τούτο· Εὖξαι ὑπέρ ἐμοῦ, πάτερ, ἵνα τῆς αἰωνίου ρυσθῶ κολάσεως».[1]
Να το παραφράσουμε στα νέα ελληνικά:
«Ένας γέροντας που ονομαζόταν Μυρογένης και έμενε στη Λαύρα των Πυργίων[2] έφτασε σε τέτοιο σημείο σκληρής άσκησης, ώστε να γίνει υδρωπικός. Και έλεγε συνεχώς στους Γέροντες που πήγαιναν να τον περιποιηθούν: -Να προσεύχεσθε, Πατέρες να μην υδρωπιάσει ο μέσα άνθρωπος. Εγώ προσεύχομαι στον Θεό για να μείνω για πολύ καιρό σ’ αυτήν την αρρώστια.
Γι’ αυτόν τον αββά Μυρογένη όταν πληροφορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Ευστόχιος (552-564)[3], θέλησε να του στείλει ό,τι του χρειάζεται. Εκείνος όμως ποτέ δε θέλησε απ’ αυτόν κάτι. Και του δήλωσε: -Προσευχήσου για μένα, πάτερ, να γλιτώσω από την αιώνια κόλαση».
Τί είναι η υδρωπικία;
Ο υδρωπικός πρήζεται ολόκληρος γιατί μαζεύεται υγρό σαν ορός σε κοιλότητες ή κοίλα όργανα του σώματος ή στους διάμεσους ιστούς, λόγω διαταραχής του μεταβολισμού.
Κάπως «άγρια» χριστιανοί μου μπήκαμε στο θέμα μας που είναι «η σταυροαναστάσιμη χαρά των θλίψεων και των ασθενειών». Θλίψεις έχουμε τόσες πολλές, και βάσανα και στενοχώριες, μια όμως από τις βαρύτερες είναι η ασθένεια.
Και ποιος από εμάς δεν πέρασε από τον σταυρό του σωματικού, πόνου, της σωματικής ασθένειας; Πόσες φορές δε βρέξαμε το προσκεφάλι μας με πικρά δάκρυα από πόνο ατιθάσευτο; Πόσες φορές πάλι δεν απελπιστήκαμε από μια σωματική βάσανο, ένα σωματικό κόμπλεξ, μια κατάσταση μειονεξίας;
Βαρύ σκοτάδι κάποτε καλύπτει την ψυχή –άγρα παρηγορίας ουδαμού, καμιὰ παρηγοριά, τίποτα.. Σαν η ψυχή να πνίγεται ως εις ύδατα. Η μια σκέψη φέρνει την άλλη πιο σκοτεινή, πιο βασανιστική. Είναι τότε βέβαια που και ο κοσμοκράτωρ Διάβολος, εκμεταλλεύεται τη σωματική μας κατάσταση, για να δημιουργήσει ασφυξία πνευματική στην καρδιά μας, στην ψυχή μας, να κάνει να ατονήσει η βούλησή μας και αν είναι δυνατό να μας πάρει –ανεπιστρεπτί- αιώνιους συγκάτοικους στα σκοτεινά του βάραθρα.
Αν σκεφτούμε κοσμικά ή θα απελπιστούμε, πράγμα όχι τόσο σπάνιο, ιδίως όταν έχουμε να κάνουμε με ανίατες ασθένειες, ή θα απωθήσουμε το γεγονός της ασθένειάς μας, της σωματικής μας μειονεξίας, ή της όποιας θλίψεως και βασάνου που μας πληγώνει, “αποκρύπτοντάς” το από τον εαυτό μας. Απωθήσουμε, σημαίνει θα σπρώξουμε στο βάθος, στα έσω, στην καρδιά, σ’ αυτό που στη γλώσσα της σύγχρονης ψυχολογίας του βάθους ονομάζεται ασυνείδητος χώρος της προσωπικότητας. Θέλουμε να ξεχάσουμε λοιπόν αυτό που μας απασχολεί. Όμως αυτό δεν “ξορκίζεται” εύκολα, γιατί εκεί στο βάθος, θα συνεχίσει να υπάρχει σαν ανεξόφλητος λογαριασμός. Μάλιστα, μερικές φορές εκεί που δεν το περιμένουμε, θα μας κάνει άνω-κάτω, γιατί όπως λέει και ο όσιος Νείλος ο Ασκητής, ή Νείλος Σιναΐτης, ή Νείλος Αγκύρας, (6ος αι) στον “Ασκητικό Λόγο” του, «τά λεληθότως ὑποστρεφόμενα πλέον ἁδρύνεται»[4] δηλ. αυτά που εσύ μ’ επιμέλεια αποκρύπτεις, πρόσεξε, γιατί μαίνονται εναντίον σου και ευκαιρίας δοθείσης θα γίνουν γνωστά και θα εκτεθείς.
Οι πατέρες μας ολόγιομοι από τη χάρη του Θεού, ήξεραν πολύ καλά αυτή την ιστορία με τις απωθήσεις, με τα “απωθημένα” που λέμε, γιατί –ιδίως οι ησυχαστές, οι ερημίτες, οι “νηπτικοί” λεγόμενοι – είχαν δουλέψει ειδικότερα πάνω στον εαυτό τους. Όλη αυτή την εσωτερική ακαθαρσία, είχαν φέρει στο Φως, το Φως του Χριστού και το φως του Χριστού στέκει μέσα τους, τους λούζει, τους θάλπει, τους παρηγορεί, γι’ αυτό και χαίρονται μέσα στις όποιες δυστυχίες τους, θλίψεις, στενοχώριες, βάσανα. Πέταξαν όλους αυτούς τους κακοήθεις εσωτερικούς βρώμικους όγκους, στα πόδια του Χριστού, και τώρα ζουν τη θεολογία δηλ. τη θεογνωσία. Γνωρίζουν και όχι μόνο· τρώνε και πίνουν το Χριστό κι Εκείνος τους αφθαρτίζει “θεοπρεπέστατα ἀπαθανατίζων τό πρόσλημμα.”[5] Αλγούν χαίροντες και χαίρουν αλγούντες. Αλγεινή χαρά, άγουσα προς τα δώματα του Δεσπότου Ιησού.
Γι’ αυτό “ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται.”[6]
Όταν ασθενώ, τότε δυνατός είμαι. Ο αββάς Μυρογένης, δια της υπομονής στην υδρωπικία, κάνει το ύδωρ της ασθενείας, ύδωρ ζωής, μύρον νοητόν, όντως Μυρογένης αυτός.
Έτσι λοιπόν, οι ασθένειες και οι θλίψεις συντροφεύουν τους αγίους μας στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους.
Να ξεκινήσουμε από το δίκαιο Ιώβ. Έλαβε ο διάβολος εξουσία να τον περάσει από οποιαδήποτε δοκιμασία χωρίς όμως να του πάρει τη ζωή. Αν και ζωσμένον από πικρούς και θλιβερούς λογισμούς, τον πλησίαζαν οι φίλοι του και η ίδια η γυναίκα του για να τον απελπίσουν, να τον σπρώξουν στην αυτοκτονία, εκείνος –αν και χτυπήθηκε, είπαμε, με το δαιμόνιο της λύπης- δείχνοντας αφοσίωση στο Θεό, τελικά αποδεικνύεται παιδί Του. Φθάνει μέχρι σημείου να καταραστεί την ημέρα που γεννήθηκε –“ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα ἥ ἐγεννήθην”.[7]
Με φρικτές πληγές σε όλο του σώμα, εύγευστες στους σκύλους, πάνω στην κοπριά και στην απελπισία του ικετεύει τον Θεό. Να πούμε εδώ πως το σκαμνάκι πάνω στο οποίο κάθονται οι ησυχαστές και προσεύχονται για ώρες ολόκληρες, έχοντας το νου βυθισμένο στην καρδιά, επικαλούμενοι τον Κύριο και το έλεός Του –μια στάση τυφλού ζητιάνου[8]- συμβολίζει ακριβώς αυτή την κοπριά που επάνω της καθόταν ο Ιώβ.
Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ως αγάπη του Θεού τα αγαθά της παρούσης ζωής: φήμη, δόξα, πλούτο, πτυχία, κοινωνικές σχέσεις άφθονες, σημαντικές γνωριμίες. Νομίζουμε ότι αυτά είναι τα «χάδια» του Θεού. Αν και δεν αποκλείεται κάπου μέσα σ’ αυτά ο Θεός να μας δείχνει κάποια «εύνοια», πάντως δεν μπορούμε επ’ ουδενί να δεχθούμε, ότι ένας πατέρας, από αγάπη καμιά φορά, ραπίζει το παιδί του. Δηλαδή με τα χείλη μας το δεχόμαστε πως έτσι είναι τα πράγματα, η καρδιά μας όμως -άρρωστη απ’ τα πάθη της- αντιδρά. Η καρδιά του αγίου όμως γλυκαίνεται, βλέπει την ασθένεια σαν παράθυρο απ’ όπου ατενίζει το αμήχανον κάλλος της αιωνιότητας του Χριστού που τον περιμένει. Ανυπομονεί μάλιστα να πεθάνει, όσο κι αν βαθιά μέσα του πιστεύει ότι δεν έχει ταπείνωση, δεν έβαλε αρχή μετανοίας[9]· πάλιν τότε η καρδιά παίρνει την πληροφορία “ὅτι ἡτοιμάσθη αὐτῇ τόπος ἀναπαύσεως.”[10] Από τη μια λοιπόν ο σταυρός της συνάντησης με τον Χριστό μας, από την άλλη η χαρά και η ανακούφιση στην πατρική αγκαλιά.
Δια της συνεχούς συνομιλίας του προς τον Θεό, της προσευχής δηλαδή, ο Ιώβ βγαίνει νικητής. Γιατί, δεν υπάρχει θλίψη που να είναι δυνατότερη από την προσευχή. Μόνο που χρειάζεται ιώβειο υπομονή και μια επιμονή μικρού παιδιού στην επίκληση του Χριστού μας, ένα άγιο πείσμα να είμαστε κολλημένοι πάνω Του, στη Χάρη Του.
Πρώτα βέβαια, ξαναείπαμε, θα δοκιμασθούμε στο σταυρό της υπομονής· «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».[11] Ειδικά η σωματική ασθένεια, όσον οδυνηρή κι αν είναι, θεωρείται επίσκεψη του Θεού· αντιθέτως ένας ψυχικός πειρασμός ο οποίος πολλές φορές ωθεί στην απελπισία, είναι θεία παραχώρηση για να ταπεινωθεί η καρδιά μας. Η υπερήφανη καρδιά πέφτει σε απελπισία, όταν φυσήξει ο άνεμος των πειρασμών. Αν απελπιζόμαστε λοιπόν λόγω των θλίψεων και των δοκιμασιών μας, είμαστε άρρωστοι από υπερηφάνεια, έχουμε αρρωστημένο και πληγωμένο εγωισμό. Και ο πληγωμένος εγωισμός –σύμφωνα μ’ έναν αγιορείτη χαριτωμένο πατέρα –«θέλει ντουφέκι, στήσιμο στα πέντε μέτρα».
Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε στα Ασκητικά του Αββά Ισαάκ του Σύρου (7ος αι.) τον 46ο Λόγο του “Περί διακρίσεως των πειρασμών”. Ο αββάς Ισαάκ τους ταξινομεί σοφότατα, μάλιστα σε βαθμό ακριβείας τέτοιο, που σε παροτρύνει «από τα είδη των πειρασμών σου, μάθε τις λεπτές σκέψεις της διάνοιάς σου» και «ανάλογα με τον τάδε ή το δείνα πειρασμό που έχεις, τόσο υπάρχει υπερηφάνεια μέσα σου».
Όταν ο ταπεινός άνθρωπος καταυγάζεται από την Άκτιστη Χάρη του Θεού, από το εράσμιον Φως του Χριστού, βλέπει τον πλησίον του αόμματο και τόσο πονάει, που θέλει με χαρά να βγάλει τα μάτια του για να του τα δώσει· τόση είναι η χαρά που νοιώθει.
Στο “Γεροντικό” αναφέρεται κάπου ότι από αγάπη σε κάποιον συνάνθρωπό του δαιμονισμένο, ένας ασκητής παρακάλεσε το Θεό να απαλλάξει από το δαιμόνιο τον ασθενή και να το πάρει αυτός. Ο Θεός τον άκουσε. Ο ασκητής μας, μέσα στον θείο και τεταπεινωμένο ενθουσιασμό του πολλαπλασίασε τους ασκητικούς του κόπους, μέχρις ότου απαλλάχτηκε κι ο ίδιος. Αυτή είναι η «κραταιά ὡς ὁ θάνατος ἀγάπη».[12]
Πόσο μικροί αισθανόμαστε εμείς, απέναντι σ’ αυτές τις καταστάσεις των θείων και υπερβατικών αλλοιώσεων! Πόσο απέχουμε εμείς –νεόκοποι χλιαροί «χριστιανοί» των έξωθεν καλών έργων και με απουσία εσωτερικής, μυστικής ζωής –από αυτά τα ζωντανά μυροδοχεία της Χάριτος! Καλούμαστε όμως να τους μιμηθούμε, γιατί η ζωή μας οφείλει να είναι μίμηση αγίων. Να παρακαλέσουμε να στείλει ο Θεός τη Χάρη Του, ώστε όπως εκείνοι δέχονταν τις ασθένειες ως ευεργεσίες, έτσι κι εμείς! Αν όχι , τουλάχιστον να μας δίδει υπομονή ή υπομονές κάποιες φορές.
Ο ασθενής –κατά φυσικό λόγο- προσεύχεται δυσκολότερα από τον υγιή· Και τούτο γιατί η αρρώστια επιδρά «στην κατάσταση του σώματος. Η οργανική ανωμαλία επιδρά και στην ψυχή και τότε γεννώνται εμπαθή νοήματα. Στη διάρκεια της αρρώστιας είμαστε πιο ευάλωτοι στον Διάβολο, η αντίστασή μας κατά του κακού μειώνεται. Όταν η αντίστασή μας μειώνεται, το πάθος, που διεγείρεται στη συνέχεια είναι η ακηδία. Και η ακηδία με τη σειρά της θα φέρει και θα γεννήσει κι άλλα πάθη»[13].
Η ακηδία είναι ένα πολύ δυσκαταγώνιστο πάθος, που επιτίθεται κυρίως στους μοναχούς, τις πρώτες μεσημβρινές ώρες –έπειτα από το γεύμα- νωρίς το απόγευμα δηλαδή· τη δράση της ακηδίας, περιγράφει με λεπτομέρεια ο καταπληκτικός ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής Ιωάννης ο Σιναΐτης ή ο της Κλίμακος, του 6ου αιώνος, στον 13ο Λόγο της «Κλίμακός» του.
Η ακηδία επιτίθεται και στους εν τω κόσμω χριστιανούς, υγιείς ή αρρώστους. Αισθανόμαστε βαριά και άτονα τα μέλη μας, ανορεξία πνευματική, λογισμό λύπης, νύστα, άλλους μελαγχολικούς λογισμούς αδυναμία να προσευχηθούμε· αν υποχωρήσουμε, μας καταλαμβάνουν οργή, θυμός, μνησικακία, πνεύμα ανυπακοής, αντίρρηση, τάση να κανονίζουμε τους γύρω μας, τάση για σύγκριση, απελπισία και –ο μη γένοιτο!- θανάσιμη πτώση. Ο θάνατος της ακηδίας είναι θερμή και διαρκής επίκληση του ονόματος του Ιησού. Ο λογισμός τονώνεται και ο ψυχοπνευματικός αλλά και σωματικός οργανισμός ανδρούται, γίνεται ανδρείος και αποφασιστικός.
Χρειάζεται πάση θυσία να πολεμήσουμε προς τα μανιασμένα κύματα , δίχως να μιλάμε με το μυαλό μας, όσο «ξύλο» -ας μας επιτραπεί- κι αν τρώμε απ’ αυτό. Καλύτερα υποταγμένοι στη σωματική ασθένεια, παρά υποταγμένοι στους ψυχαναγκασμούς των παθών. Οπλισμένοι με αγωνιστικό φρόνημα, να προτιμούμε να χάσουμε τη φωνή μας από τις εσωτερικές μας κραυγές προς τον Κύριο, να λυθεί η μέση μας από τον κόπο κατά το ψαλμικό, παρά να συγκατατεθούμε στο οποιοδήποτε πάθος. Μ’ ενθουσιασμό, αλλά κυρίως με τη Θεία Χάρη, ξεπερνούμε τους εαυτούς μας, καταισχύνονται οι δαίμονες και μας παρηγορούν οι άγγελοι. Κι όσες φορές κι αν πέφτουμε να σηκωνόμαστε· να μην απελπιζόμαστε –μας συμβουλεύει η ευσπλαχνία του Χριστού μας· όποτε αισθανόμαστε να μας κυριέυει η απελπισία, το πονηρό πνεύμα αγγίζει την καρδιά μας, και χρειάζεται έντονη αντίδραση διά συντόνου και εμπόνου προσευχής, γιατί «ὅς ἐάν ἐπικαλέσηται τό ὄνομα τοῦ Κυρίου σωθήσεται»[14] .Και μη φοβάσαι: «ὁσάκις ἄν πέσῃς ἔγειραι καί σωθήσῃ»[15].
Πολλές φορές μια σωματική μειονεξία, δημιουργεί ένα κόμπλεξ. Το κόμπλεξ –σύμπλεγμα σημαίνει , πολύπλοκη κατάσταση, άλυτη ή δυσεπίλυτη- ένας κόμπος, ας πούμε. Τον κόμπο όσο τον αναλύουμε για να τον λύσουμε, τόσο περισσότερο μπερδεύεται: ακόμη κι αν προχωράμε στην ανάλυση, μας φαίνεται καλό χωρίς να είναι. Η αποκοπή είναι η μόνη ενδεδειγμένη λύση· κόψ’ τονε τον κόμπο, πέτα τον και προχώρα! Είναι βέβαια Χάρις αυτό, αλλά χρειάζεται και λίγη πρακτική σκέψη.
Θυμάμαι, σ’ ένα πνευματικό βιβλίο είχα διαβάσει σε μιαν ανάλυση περί του κόμπλεξ κατωτερότητας ότι είναι έτοιμο υλικό προς ταπείνωση. Τι εννοεί εδώ; Ας πούμε –λέει- ότι βρίσκεσαι σε μια αίθουσα που όλοι στέκουν όρθιοι κι εσύ είσαι κάτω από ένα τραπέζι σκυφτός· κάνεις να σηκωθείς και χτυπάς το κεφάλι σου στην επιφάνεια από κάτω. Αν προσπαθείς δι αυτού του τρόπου να σηκωθείς –με κατά μέτωπο επίθεση ας πούμε- πιθανόν να σπάσεις το κεφάλι σου και να χειροτερέψει η κατάσταση. Αν όμως καθίσεις όπως είσαι και ησυχάσεις , ηρεμήσεις μέσα σου και πεις: πρωτ’ απ’ όλα να’ ναι ευλογημένο έτσι όπως είμαι, κάτω απ’ το τραπέζι, θα αισθανθείς βολικά. Ακολούθως θα διαπιστώσεις ότι υπάρχουν έξοδοι διαφυγής απ’ τα πλάγια, ανάμεσα απ’ τα πόδια του τραπεζιού· βγαίνεις. Κατόπιν σηκώνεσαι όρθιος –αν και λίγο πιασμένος στην αρχή, έπειτα συνηθίζεις –κι έτσι , αισθάνεσαι σαν τους υπόλοιπους μέσα στην αίθουσα. Λίγο πιο μετά, ανεβαίνεις και πάνω στο τραπέζι και είσαι ψηλότερος απ’ όλους, χωρίς να ξεχνάς βέβαια ότι κάποτε ήσουν κάτω από το συγκεκριμένο τραπέζι. Κι’ ὄχι μόνο, ἀλλὰ καὶ ὅσοι εἶναι μέσα στὴν αἴθουσα σὲ βλέπουν ψηλότερό τους καὶ προσβλέπουν σὲ σένα. Βλέποντάς σε ψηλότερο ἀπὸ αὐτοὺς, τρέχουν νὰ τοὺς βοηθήσεις: γιατὶ ἐσὺ μπορεῖς σὰν πιὸ ψηλός. Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε το «ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατάν ἵνα με κολαφίζη ἵνα μή ὑπεραίρωμαι»[17] του αποστόλου Παύλου, αλλά και το «οὗ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ Χάρις»[18].
Εδώ λοιπόν έγινε πνευματική αφομοίωση του κόμπλεξ κατωτερότητος. Από αυτή την άποψη, είναι μια ευλογία λοιπόν, που οδηγεί στην ταπείνωση. Τα πράγματα όμως είναι πολύ δύσκολα, όταν έχουμε να κάνουμε με κόμπλεξ ανωτερότητας, το οποίο, βασίζεται,σε μία ή περισσότερες μειονεξίες.
Δύσκολα ταπεινώνεται αυτός ο άνθρωπος· χρειάζεται καύσωνας, λίβας και ξηρασία κι αίσθηση –σπανίως- ψυχικού πνιγμού, για να ταπεινωθεί μια τέτοια ψυχή.
Εμείς πάντως θα πούμε «να’ ναι ευλογημένες οι όποιες μειονεξίες μας» όσο βέβαια μας οδηγούν στο να κράζουμε το έλεος του Θεού! Όσο ζητούν δικαιολόγηση ή η έλλειψη ικανοποιήσεώς τους μας αφήνει μια γεύση απελπισίας, χρειάζεται εντονότερη κραυγή!
Να δούμε πως μιλάει για τον πνευματικό αγώνα στήθος προς στήθος με τον εαυτό μας και τα πάθη του που γυρεύουν ικανοποίηση, ο γέρων Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης και ησυχαστής: «δεν πολεμούνται (τα πάθη) με γλυκά και λουκούμια αλλά με δακρύων οχετούς, με πόνον ψυχής εως θανάτου, με άκραν ταπείνωση και μεγίστην υπομονή. Να τρέχει αίμα από υπερκόπωσιν της ευχής. Να πέφτης εβδομάδες εξαντλημένος ως βαριά σθενής. Και να μη παραιτείσαι της μάχης, εως να νικηθούν και υποχωρήσουν οι δαίμονες. Οπότε λαμβάνεις ελευθερία παθών».[20]
Βλέπουμε εδώ ότι η δράση παθών δαιμόνων είναι ενιαία. Οι δαίμονες υποδαυλίζουν και συνδαυλίζουν τα πάθη, και τα πάθη διεγείρουν τους δαίμονες.
Η δραματική τροπή του αγώνα των ησυχαστών που ακούσαμε μόλις, δεν πρέπει να μας φοβίζει Όχι κατ’ απόλυτο βαθμό, αλλά αναλογικά μετέχουμε στον ίδιο αγώνα και εμείς, οι χριστιανοί των πόλεων, λαϊκοὶ καὶ κληρικοί.
Να δούμε λίγο τώρα πως ονομαστοί άγιοι της Εκκλησίας μας αντιμετώπισαν τις ασθένειές τους:
Γνωστές σε όλους μας οι εξορίες, οι διωγμοί, οι σωματικές θλίψεις και οι ταλαιπωρίες του αγίου Χρυσοστόμου. Έπασχε από δυσπεψίες και ταλαιπωρείτο από συχνές γαστρορραγίες. Ὅμως συνεχώς δόξαζε το Θεό «πάντων ἕνεκεν».
Όταν κατά τη διάρκεια της εξορίας του –βρισκόμαστε στον 4ο αιώνα- η διάκονός του και πνευματική θυγατέρα Ολυμπιάδα ασθένησε από κατάθλιψη –και με την ιατρική έννοια του όρου- την παρηγορούσε, απευθύνοντάς της εκείνης ἐκείνες τις εξαίσιες, μελίρρυτές του «προς Ολυμπιάδα» επιστολές, μαθαίνοντάς την να κάνει υπομονή σ’ ένα τόσο βαρύ σταυρό. Γιατί, ο σταυρός του ψυχικού μαρτυρίου είναι βαρύτερος από τον σωματικό σταυρό.
Λίγο νωρίτερα, ο Μ. Βασίλειος έπασχε από συχνές αιμοπτύσεις λόγω φυματιώσεως η οποία ταλαιπωρούσε τα πνευμόνια του. Δεν τον άφηναν οι αιμοπτύσεις, ούτε καν την ώρα του κηρύγματος. Παρότι –κατ’ άνθρωπον- δυσκολεύονταν, εν τούτοις δεν έπαυε –κατονομάζοντας την ασθένεια «σύντροφό» του –να βλέπει και να αισθάνεται τη θεραπευτική επέμβαση, το χέρι του Θεού στο γεγονός αυτό.
Στο βίο της οσίας μητέρας μας και διδασκάλου Συγκλητικής, που γράφτηκε ἀπὸ το Μεγάλο Αθανάσιο, η οποία έζησε τον 4ο αιώνα, διαβάζουμε πως από τις πολλές ασθένειες των σπλάχνων και του σώματος είχε γίνει ολόκληρη μια σάπια πληγή· αμέτρητες αιμοπτύσεις, καρκίνοι και μια μεγάλη γάγγραινα είχαν μετατρέψει την οσία γερόντισσα σε δύσοσμο καὶ φρικτὸ θέαμα· οι μοναχές που την διακονούσαν, έκαιγαν θυμίαμα για να αποδιώκεται η άσχημη οσμή. Η αγία δεν έπαυε να νουθετεί και να διδάσκει, αρπάζοντας ψυχές από τον διάβολο· το ανδρικό της φρόνημα εμψύχωσε πολλούς· όσο η ασθένεια έφθειρε το αισθητό σώμα, τόσο και η λαμπρότητα του πνεύματός της, της ψυχής της, στολισμένης από τον θείο της ταπεινοφροσύνης χρωστήρα, μετέβαινε από δόξα σε δόξα. Τέλος, τρεις μέρες προτού κοιμηθεῖ, πῆρε πληροφορία της αναχωρήσεώς της· πλησιάζοντας το τέλος της, ζούσε μέσα σὲ θεῖες καὶ ὑπεραισθητὲς ἐκστάσεις, οι οποίες της προσέφεραν ουράνια χαρά: άγγελοι, άγιες παρθένοι, όσιοι και μάρτυρες, λάμψεις Ακτίστου Θείου Φωτός, της χάριζαν ανέκφραστη ειρηνόδωρη ιλαρότητα και την προσκαλούσαν ν’ ανεβεί για να εορτάσουν[21].
Όλα αυτά μας αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος έζησε τον 18ο αιώνα (1749-1809), στο ψυχωφελές βιβλίο του «Νέον Εκλόγιον» την ανάγνωση του οποίου σας συνιστούμε.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος, του 6ου αιώνα, ο οποίος έζησε επί αυτοκράτορος Ιουστινιανού, σοφός και φωτισμένος από το Θεό, γράφει για κάποιον χριστιανό, ονόματι Σέρβουλο, που έζησε μεταξύ 550 και 600 μ.Χ. Ο Σέρβουλος ήταν πάμπτωχος. Ζούσε με πολλές στερήσεις και υπερβολικές δυσκολίες μέσα σε μια στοά. Από κάποια πολυχρόνια αρρώστια είχε παραλύσει ολόκληρος· δεν μπορούσε να κινήσει ούτε τα πόδια. Η σωματική του κατάσταση ήταν τραγική.
Η συμπαράσταση όμως των χριστιανών της εποχής του ήταν μεγάλη: δεν έπαυαν να τον πλένουν, να τον καθαρίζουν από τις πληγές και τα κόπρανα, να τον ταΐζουν, να τον αλλάζουν, να τον περιποιούνται, να του συμπαραστέκονται με πολλούς τρόπους.
Παρά την τραγική του κατάσταση, ήταν πλούσιος στις αρετές της αγογγύστου υπομονής, της δοξολογίας προς τον Θεό, της ευχαριστίας προς τους χριστιανούς για ότι του προσέφεραν (και για την πλέον μικρή εξυπηρέτηση ήταν με το «ευχαριστώ» στο στόμα), της μακροθυμίας, της αγάπης, της καλοσύνης, της πνευματικής ανδρείας, και ιδιαιτέρως πλούσιος στον λόγο του Θεού.
Γιατί; γιατί παρακαλούσε πάντοτε τους χριστιανούς να του διαβάζουν από τα τότε χειρόγραφα την Αγία Γραφή και να του διηγούνται τα μαρτύρια των πρώτων χριστιανών. Έτσι κι αυτός με τη σειρά του, απηύθυνε στους επισκέπτες του και σ’ αυτούς που τον περιποιούνταν λόγους παρακλητικούς, παρηγορητικούς, ενισχυτικούς, λόγους σωτήριους για την ψυχή. Κι έτσι, αντί να τον παρηγορούν, αναχωρούσαν όλοι τους ωφελημένοι.
Προσηύχετο πολύ ο Σέρβουλος και κοινωνούσε τακτικά των Αχράντων Μυστηρίων.
Κάποτε έφθασε ο καιρός ν’ ανταμειφθεί από την Ιώβειο υπομονή του στη βαριά αρρώστια του, τις σωματικές κακώσεις, τους πόνους, την κακοσμία του σώματος και των πληγών, τη θλίψη, τη φτώχεια... Κατά πρώτον σταμάτησαν όλοι οι πόνοι και ξαλάφρωσε όλο το σώμα του. Κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα του... Παρακάλεσε τους παρευρισκομένους να γονατίσουν και να ψάλλουν ύμνους στον Θεό, αναμένοντας την ἔξοδο της ψυχής του από το βασανισμένο σώμα του.
Ξαφνικά πλημμύρισε η φτωχική καλύβα από ουράνιους ύμνους.... όλοι βουβάθηκαν... Σήκωσε τότε τα παράλυτα χέρια του, έκανε το σημείο του Σταυρού και τα σταύρωσε στο στήθος! ...ενώ συγχρόνως απελευθερωνόταν η ψυχή του από το σώμα.
Με την έξοδο της ψυχής, ο τόπος γέμισε από παράδοξη και γλυκύτατη ευωδία. Το πρόσωπο του Σέρβουλου έλαμψε σαν το φως.
Ένας μοναχός, που ήταν μάρτυρας όλων αυτών, διηγείτο κατόπιν στον άγιο Γρηγόριο με δάκρυα στα μάτια και γεμάτος συγκίνηση όταν ετάφη το σώμα του ευλογημένου εκείνου χριστιανού, του Σέρβουλου, ότι η ακατάληπτη και ουράνια εκείνη ευωδία δεν είχε φύγει...»[22].
Διαβάζοντας το βίο του αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης, ενός τύπου ακραίας αγιότητας θα λέγαμε, πληροφορούμαστε ότι κοιμήθηκε το 1908 από μια επώδυνη ασθένεια του ουροποιητικού συστήματος.
Τον άγιο Ιωάννη, συναντά σε νοητό πια «τόπο», χαριέστατος ο δικός μας γλυκύς υπέρ το νέκταρ άγιος Νεκτάριος, ο οποίος εκοιμήθη το 1920 στο Αρεταίειο νοσοκομείο Αθηνών, από καρκίνο του προστάτη· θαυματουργικά δε, ο άγιος θεραπεύει τον καρκίνο.
Αλλά και ονομαστοί γέροντες της εποχής μας όπως οι Πορφύριος Μπαϊρακτάρης, Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, και ο γέρων Παΐσιος ο αγιορείτης έζησαν με ισόβιο- σχεδόν- σύντροφο την ασθένεια.
Όταν ρωτήθηκε ο πατήρ Επιφάνιος γιατί οι δίκαιοι βασανίζονται σε τούτη τη ζωή ακόμα και με βαριές ασθένειες απάντησε:
Για να καθαρισθούν και από τα ελάχιστα ίχνη των παθών τους και για να πάρουν μεγαλύτερο στεφάνι στον ουρανό. Εξ’ άλλου, αφού στον Υιό Του τον αγαπητό επέτρεψε να υποφέρει και να πεθάνει επί του Σταυρού, τί να πούμε για τους ανθρώπους, οι οποίοι όσο άγιοι κι αν είναι, έχουν ρύπους και κηλίδες από τις αμαρτίες;[23]
Οι πόνοι του ήταν φρικτοί κατά το τέλος της επιγείου ζωής του. Γι’ αυτό είπε κάποτε: Αν νοιώθατε όπως εγώ τώρα έστω για 2΄, θα παρακαλούσατε τον Θεό να σας πάρει αμέσως! Και στρεφόμενος, προς τον Κύριο: «Πτωχός καί ἀλγῶν εἰμι ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὁ Θεός, ἀντιλάβοιτό μου»[24].
Οι άνθρωποι του Χριστού λοιπόν, αφομοίωναν πνευματικά το γεγονός της ασθένειας· την θεωρούσαν ευλογία, όπως και τους γιατρούς και τα φάρμακα.
Η 60η επιστολή του Γέροντα Ἰωσὴφ τοῦ Σπηλαιώτη και Ησυχαστή, μας δείχνει ότι η υπομονή του γέροντα σε πολλές κι επικίνδυνες ασθένειες του σώματος στάθηκε παροιμιώδης(;). Γράφει εκεί: «Ἐγώ ἠσθένησα βαρέως ἀπό ἕνα σπυρί εἰς τόν λαιμόν καί δέν τό ἐψήφισα· τό ἄφησα εἰς τόν Θεόν. Καί μέ ἔφερε παρ’ ὀλίγον εἰς θάνατον. Διότι ἐδηλητηριάσθη ὅλον τό ἀριστερόν μου μέρος τοῦ σώματος, καί ἤρχετο ὁ θάνατος. Ἄρχισα να παραμιλῶ, νά μήν τούς γνωρίζω τήν Συνοδείαν. Ἔκλαιαν ὅλοι, ἐφώναζαν νά φέρουν γιατρούς. Τους λυπήθην καί ἄφησα νά κάμουν τό θέλημά τους. Ἄρχισαν λοιπόν τάς ἐνέσεις, φάρμακα, ἱατρούς. Δύο γιατροί ἀπ’ ἔξω καί ὁ Ἀρτέμιος. Καί ἐπιτέλους μέ γύρισαν πίσω τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος. Πενήντα ἐνέσεις καί ἄλλες ἐπιπλέον δυναμωτικές χωριστά. Ἑπτά μαχαιριές εἰς ὅλον τόν μηρόν ἕως κάτω. Ἔτρεχαν βρύσις τά αἵματα. Ἕξη φορές ἀλλαγή τήν ἡμέραν. Πέντε μῆνες ἀκίνητος· μέ γύριζαν στό σεντόνι. Ξοδεύσαμε ὅλα τά βαμβάκια τῆς Δάφνης. Μεγάλη πληγή! Ἀπό τόν λαιμόν μέ τό φλυτζάνι ἔβγαζαν τήν ὕλη. Χωροῦσε ἕνα λεμόνι στήν τρύπα. Καί τώρα ἀκόμη πονάω εἰς ὅλον ἐκεῖνο τό μέρος. Ἦταν δοκιμασία μεγάλη. Πολύ εὐχαριστῶ τόν Θεόν, ὅτι ἔδειξεν εἰς ἐμέ τήν πολλήν Του ἀγάπην. Ἀς ἔχει δόξαν τό Θεῖον Του Ὄνομα.. τώρα εἶμαι καλά. Πατάω στά πόδια. Μέ τά ξὐλα περιπατῶ. Μαγειρεύω καί πάλιν ὅπως πρῶτα».
Αλλού (επιστολή 65) απευθύνεται σε μια πολύ λυπημένη –λόγω κάποιου δυστυχήματος- κυρία. Της εφιστά την προσοχή, να μην υπερβεί η λύπη της το επιτρεπτό όριο, επειδή μπορεί να της προκαλέσει απελπισία, απιστία, αθυμία, ασθένεια σωματική, όπως και παραφροσύνη, ενώ σε μέτριο βαθμό, μας ταπεινώνει.
Σε άλλο σημείο (επιστ. 81) θεολογεί: ....καί σήμερον ἦλθον γιατροί καί ἐνέσεις, ἀλλά ἡ χείρ Κυρίου ἐπάνω πάντων ἐστί. Σοῦ ἔγραψα ὅτι ἡ δύσπνοια εἶναι ἀπό τήν πάθησιν τῆς καρδίας ἀλλά κατά βάθος ἡ ἀλήθεια, εἶναι ἀπό τόν Θεόν.
Στην 49η επιστολή πάλι, μας δίνει τη σωστή θέση την οποία πρέπει να τηρούμε ως χριστιανοί απέναντι στις ασθένειες, τους γιατρούς και τα φάρμακα. Γράφει λοιπόν, ο γέροντας, σε πνευματικό του τέκνο το οποίο ασθενεί, από ψυχική νόσο μάλιστα:
«Θάρρος! Δεν είσαι μόνο εσύ. Κόσμος είναι πολύς. Εγώ, ήλθαν κοντά μου πολλοί και με νηστεία και προσευχή εθεραπεύθησαν. Τώρα όμως δεν με ακούει ο Κύριος, διά να μάθω και τα φάρμακα και τους γιατρούς. Να γίνω συγκαταβατικός εις τους άλλους. Εδιάβασα και του αγίου Νεκταρίου τες επιστολές[25] -εννοεί τις ΛΕ΄ ποιμαντικές επιστολές μάλλον, τις οποίες αξίζει να διαβάσουμε- και είδα πόσον προσείχε εις τους γιατρούς και τα φάρμακα ένας τόσον μεγάλος άγιος! Εγώ ο πτωχός ασκητής όλο εις την έρημον εγήρασα και ήθελα μόνον με την πίστιν να θεραπεύσω. Τώρα μανθάνω και εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η Χάρις. Λοιπόν τώρα θα λέγω κι εγώ ωσάν τον Άγιον: Κοίταξε να γίνεις καλά· να διορθώσεις τα νεύρα σου με ότι τρόπο ημπορείς, και θα εύρεις πάλιν την προσευχή σου και την ειρήνη. Φρόντισε να βοηθήσεις όσον ημπορείς τον εαυτό σου. Να επιβάλλεσαι εις την όρεξιν· να μην τρώγεις ότι είναι βλαπτικό για την υγεία σου. Τηγανητά, αλμυρά, σάλτσες, χοιρινό, κρέατα, ψάρια παστά, ποτά εν γένει· όλ’ αυτά να τα αποφεύγεις και θα σου λογισθεί ως νηστεία ενώπιον του Κυρίου. Και μη λέγης, παιδί μου, με τον λόγο σου, διατί το ένα και διατί το άλλο. Άβυσσος τα κρίματα του Θεού. Ας έχει δόξαν ο Κύριος που όλους μας αγαπά. Η αγάπη του, εις τας ασθενείας μας και θλίψεις γνωρίζεται ..Μη φοβείσαι τον πειρασμόν. Δοκιμασία είναι. Αφήνει ο Θεός όσον νομίζει και εις το τέλος η αγαθότης Του θα νικήσει. ....Μη φοβείσθε. Μόνον προσευχή, πίστις, θερμή και δάκρυα. Μόνον όταν αμαρτάνει κανείς, αυτός να φοβείται τον διάβολον. Τότε ημπορεί ο εχθρός να του κάμει κακόν, διότι αφήνει ο Κύριος»[26].
Αυτή είναι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, συνοπτικά η ορθόδοξη θεολογία περί ασθενειών και θλίψεων, από έναν κεχαριτωμένο άνθρωπο του Θεού, έναν πίδακα προσευχής, πνευματικό πατέρα και πάππο δεκάδων μονών στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Αξίζει να προσέξουμε σχετικώς με την αμαρτία ότι ο Κύριος όταν θεράπευε τους ασθενείς, πολλές φορές πρώτα έλεγε «ἀφέονταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου»[27] και ύστερα ο ασθενής θεραπευόταν, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο, ότι σημαντικότερη είναι η σωτηρία από την υγεία.
Στο βίο του οσίου Αρσενίου του Καππαδόκη, αναφέρεται η περίπτωση μιας ασεβούς γυναίκας η οποία προβλημάτιζε τον όσιο με την άσεμνη ένδυση και τον άσχημο τρόπο της μέσα στον ναό, παρ’ όλες τις επανειλημμένες συστάσεις του. Όταν ο όσιός μας πληροφορήθηκε άνωθεν κι έσωθεν ότι θα παρέμενε αμετανόητη, προσευχήθηκε στον Θεό να της στερήσει τα λογικά, όπερ και εγένετο! Η γυναίκα στεκόταν τώρα σε μιαν άκρη του ναού, μη ενοχλώντας κανέναν, ήσυχη και συνεχώς γελαστή. «Καλύτερα γελαστή και ολιγόμυαλη στον παράδεισο, παρά με την λογική σου και στην κόλαση»! δήλωνε εν άλλοις λόγοις ο άγιος Αρσένιος.[28]
«Σκανδαλιζόμαστε» ακούοντας ένα τέτοιο λόγο κι αυτό γιατί ξεχνάμε πως το ρολόι του Θεού είναι συντονισμένο όχι με το χρόνο αλλά με την αιωνιότητα. Ένα και δύο και τρία και εκατό και χίλια χρόνια διαιρούμενα ή συγκρινόμενα προς τὸ ἄπειρο της αιωνιότητας παύουν να υπάρχουν, μηδενίζονται. Γνωστό στα μαθηματικά πως το κλάσμα με παρονομαστή το άπειρο έχει αξία μηδενική οσονδήποτε μεγάλος και αν είναι ο αριθμητής του.
Άρα, αν αριθμητή βάλουμε όλα τα χρόνια των γενεών που πέρασαν μαζί με τα χρόνια των γενεών που θα έρθουν και παρονομαστή το άπειρο, την αιωνιότητα, το κλάσμα μηδενίζεται. Επομένως στην ουσία, έχουμε έρθει ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ στη γη και ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ φεύγουμε. Να μην εγκλωβίζεται λοιπόν ο νους μας στα φαινόμενα γιατί είναι παροδικά, παρ’ ὅλο που σαν άνθρωποι πονούμε και υποφέρουμε. Ως Ορθόδοξοι, στολίζουμε την αναμονή μέχρι τη δροσοβόλο εκδημία μας με τα άνθη της υπομονής μέσα στο εύκρατο της Μάνας Εκκλησίας μας κλίμα που μεταφέρει στην ΕΔΩ ΖΩΗ ΜΑΣ τον παράδεισο και την εὐλογία τοῦ Χριστοῦ.
Εκείνο δηλαδή που μετράει, είναι η πνευματική μας αρτίωση, ὁλοκλήρωση, ανεξάρτητα αν αυτό συνεπάγεται πολλές φορές ασθένειες και θλίψεις και πίκρες και βάσανα, τα οποία αγάπησαν και αγκάλιασαν οι άγιοι, έχοντας πνευματικώς την αίσθηση ότι αγκαλιάζουν το Εσταυρωμένο Σώμα του Κυρίου, και γι’ αυτό μέσα στὰ παθήματά τους, χαίρονταν. «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις», υπογραμμίζει ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος στην Καθολική του Επιστολή.[29]
Εμείς κρίνουμε κοσμικώς τα πράγματα, ο Θεός μας μεταχειρίζεται με γνώμονα την αιωνιότητα.
Μεγάλη ευλογία παίρνουν από τον Χριστό μας κι εκείνοι που διακονούν ασθενείς αδελφούς μας, εφ’ όσον δεν μπορούν να κάμουν αλλιώς, εις βάρος και του εκκλησιασμού τους και των πνευματικών τους καθηκόντων.
Ο πατήρ Ανανίας Κουστένης σ’ ένα του κήρυγμα λέει τα εξής παρηγορητικά: «...εκείνοι, οι οποίοι αγαπούν και φροντίζουν κι επισκέπτονται τους ελαχίστους αδελφούς του Ιησού μας, τότε φροντίζουν τον ίδιο τον Ιησού. Και κάποτε μιας ύπαρξις- ήταν Κυριακή και ήθελε να πάει στην Εκκλησία- αλλά ήταν ανάγκη να πάει να καθήσει μ’ έναν άρρωστο. Της είπε ο παπάς «Πήγαινε. Αφού ο Χριστός είπε ότι είναι και με τους αρρώστους. «Ἀσθενής ἤμην καί ἤλθετε πρός με»[30]. Και ‘κείνη πήγε με πίστη. Και κάποια στιγμή που ευχόταν, βλέπει πάνω στο μαξιλάρι του αρρώστου το Χριστό μας να κάθεται μαζί με τον άρρωστο. Να του κάνει παρέα, να τον φροντίζει και να τον θωπεύει στοργικότατα. Και τότε θυμήθηκε τα λόγια του Ευαγγελίου που της είπε ο παπάς: «Ἀσθενής ἤμην καί ἤλθετε πρός με». Μπορεί κανείς να πάει εκεί που είναι ανάγκη μεγάλη και να μείνει με τον άρρωστο και να είναι με τον άρρωστο και να είναι και με τον Χριστό μας.[31]
Άλλοτε βλέπουμε να στεκόμαστε στο ναό και το μυαλό τριγυρνάει. Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς θύμιαζε ένα άδειο στασίδι διότι έβλεπε πως η απούσα πιστή (σωματικώς), πνευματικώς βρισκόταν στο ναό, ενώ προσπέρασε μια άλλη μη θυμιάζοντάς την διότι το μυαλό της ήταν εκτός ναού. «Ὅπου γάρ ἐστίν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ἡμῶν ἔσται»[32].
Η πνευματική κατάσταση κάποιου φαίνεται και από τη υπομονή που κάνει στο λόγο, στον ψυχρό, κακό λόγο του διπλανού του. Γνωστό το περιστατικό του Γεροντικού που κάποιος από την πολλήν υπομονή που έκανε στην άσχημη κουβέντα του πλησίον του, έφτυσε αίμα. Όταν δε ερωτήθηκε γιατί φτύνει αίμα, είπε: «Ήταν η κουβέντα κάποιου αδελφού».
Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, μας προτρέπει, πνευματικός στρατηγός εκείνος, να κάνουμε υπομονή. Γράφει κάπου (επιστ. 17) «Ὅλοι οἱ πειρασμοί και αἱ θλίψεις θέλουν ὑπομονήν, καί αὐτή εἶναι ἡ νίκη τους (ενν. η ήττα τους, τους νικούμε). Σημείωσον τά ὁνόματα τῶν ὑπομεινάντων ἕως θανάτου ἐν καιρῷ πειρασμοῦ, ὅπου γίνεται εἰς τό στόμα τό σάλιο τους αἷμα διά νά μήν ὁμιλήσουν. Αὐτούς νά τούς ἔχεις εἰς μεγάλην εὐλάβειαν καί νά τούς τιμᾶς ὡς Μάρτυρας, ὡς Ὁμολογητάς. Τοιούτους, εγώ ἀγαπῶ, τοιούτους φιλῶ, καί δι’ αὐτούς ὀφείλω νά χύνω κάθε ἡμέραν καί τήν τελευταίαν ρανίδα μου ἐν ἀγάπη Χριστοῦ. Καθότι τόν βλέπεις ὅτι ὑπομένων προτιμᾶ μυρίους θανάτους, πάρεξ νά βγάλει ἀπό τό στόμα του λόγον ψυχρόν καί, ὁπόταν τόν πνίγουν οἱ ἄνθρωποι, τόν πνίγει τό δίκαιον, τόν πνίγει καί ὁ ἔσωθεν λογισμός· καί αὐτός μαχόμενος ἀτονεῖ καί πίπτει ὡσεί νεκρός· καί ἔτι μάχεται νοερῶς μέ τόν πειρασμόν καί παίρνει ὅλα τά βάρη ἐπάνω του πονῶν καί στενάζων ὡς ἑπταικώς. Λοιπόν οὐδέν ἄλλον ἐπιθυμῶ καί τόσον πολύ ἀγαπῶ ὅσον νά ἀκούω ὅτι κάμνετε ὑπομονήν εἰς τούς πειρασμούς... Ἤθελα νά κάμω τρεῖς λόγους, ἤ καί βιβλία, ὅπου τό ἕνα νά περιέχει μόνον αὐτό: ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μηδέν· καί διαρκῶς νά φωνάζω ὅτι εἶμαι μηδέν. Τό ἄλλο νά γράφη: Ὅτι τά πάντα ἐν πᾶσι καί ἐπί πᾶσι εἶναι ὁ Θεός αὐτοδόξαστος... δέν χρήζει τῆς ἐργασίας τοῦ ἀνθρώπου, χαίρει ὅμως καί ἀγαπᾶ, ὅταν διά τήν ἀγάπην Του μαρτυροῦμεν καί πάσχωμεν, δι’ αὐτό καί μᾶς στεφανώνει ὡς ἀθλητάς, μᾶς χαρίζει πλουσίως τήν Χάριν Του, καί τρίτον: Ἔχε εἰς ὅλα (θλίψεις καί ἀσθένειες) ὑπομονήν ἕως θανάτου. Κι’ ἄν εἶσαι νέος, κι’ ἄν γήρασες, κι’ ἄν ἠγωνίσθης χρόνους πολλούς, ἐάν δέν κάμης ὑπομονήν, μέχρι νά βγῇ ἡ ψυχή σου, ὡς ράκος λογίζονται τά ἔργα σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Λοιπόν γνῶθι σ’ αὐτόν ὅτι εἶσαι μηδέν. Αὐτή εἶναι ἡ ὕπαρξή σου· μηδέν. Ἡ καταγωγή σου εἶναι ὁ πηλός, καί ἡ ζωτική δύναμίς σου εἶναι ἡ πνοή τοῦ Θεοῦ. Ὅλα λοιπόν εἶναι τοῦ Θεοῦ. Γνῶθι σαὐτόν ὅτι εἶσαι μηδέν καί ἔχε ὑπομονήν εἰς τούς πειρασμούς, διά νά ἀπαλλαγῆς ἐξ’ αὐτῶν, καί νά γίνης θεός κατά χάριν· διότι εἶσαι ἡ πνοή, τό ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ. Φώναζε λοιπόν συχνά τόν Πατέρα σου ὅπου τόν ἔχεις πάντα πλησίον σου καί δέν ἀπουσιάζει ποτέ. Εἶναι πλησιέστερος καί ἀπό τήν ροπήν τοῦ νοός σου εἶναι εἰς τήν πνοήν, εἰς τόν νοῦν, εἰς τόν λόγον σου. Θεός τό πᾶν περιέχει. Ἐν αὐτῷ ζῶμεν· εἰς τήν ἀγκάλην του βασταζόμεθα. Ἄθλιοι κι ἀνόητοι εἴμεθα. Ὁ Πατήρ σου εἶναι παρών· σέ βλέπει διαπαντός· ἐσύ διατί δέν τόν βλέπεις; Διατί ἁμαρτάνεις; Διατί παρακούεις; Διατί λυπείς τόν Ζωοδότην; Ἐνῶ Αὐτός σέ βλέπει, λυπεῖται καί παραβλέπει· διότι εἶσαι τυφλός. Παρακάλει Αὐτόν, ὑπομένων τούς πειρασμούς πού σοῦ στέλνει καί θά ἀνοίξουν τά μάτια σου νά ἰδῆς Αὐτόν, καί τότε μέ τόν Ἰώβ θά φωνάξεις: «Ἀκοήν ἤκουόν Σου τό πρότερον νυνί δέ ἑώρακά Σε καί ἐφαύλισα ἐμαυτόν, ἥγημαι δέ ἐμαυτόν γῆν καί σποδόν!
Πολλή προσοχή χρειάζεται –κυρίως στους μοναχούς, αλλά και σε εγγάμους και σε αγάμους κληρικούς, όπως και λαϊκούς, στην ειδική δύσκολη κατάσταση της στερήσεως της Χάριτος. Γίνονται πολλές παρερμηνείες. Τρέχουν σε ψυχιάτρους να βρουν παρηγοριά εκεί που δεν υπάρχει. Εδώ χρειάζεται πνευματικός με διάκριση και πείρα νοερών πολέμων και προσευχής. Πνευματικός που ξέρει από «ἀλλαγὲς καιροῦ» να το πούμε πιο απλά. Ο ίδιος πατέρας συμβουλεύει κάποιον που περνάει τη μεγάλη θλίψη αυτής της περιόδου: (επιστ. 22) «Εἶναι νόμος Θεοῦ ἀπαράβατος, μετά 3-4 καί σπάνιον 5 ἔτη νά ἀναχωρῇ ἡ χάρις, διά νά γυμνάσῃ τόν ἔχοντα· καί αὐτός -ἄν θελήσῃ νά τόν κάμῃ σοφόν. Μή λυπῆσαι λοιπόν, εἶναι κοινόν τό ποτήριον. Μελέτησον τόν Ἅγιον Ἀνδρέα –διά Χριστόν Σαλόν- νά ἱδῇς τί ἔλεγεν ὅταν ὁ Χριστός τοῦ ἔδιδε τό πικρόν. Αὐτό δι’ ὅλους μας εἶναι, εἰς ἑκάστου τό μέτρον. Λοιπόν ὑπόμεινον τήν ἅλυσον τοῦ Χριστοῦ σου. Κλεῖε το στόμα σφικτά καί λόγον μή βγάζης. Δίδε θάρρος τόν ἑαυτόν σου λέγων: Τί λυπεῖσαι ψυχή μου καί τί ἀθυμεῖς. Οὐδέν κακό σοι ἐγένετο. Ἔφυγεν ὁ Χριστός δι’ ὀλίγον, ἀλλά καί πάλιν θά ἔλθῃ. Βραδύνει ὀλίγον θέλων νά σέ διδάξῃ ὑπομονήν καί ταπείνωσιν. Οἱ ἅγιοι ὑπέμειναν τόσα· καί σύ ὀλίγον δέν ἡμπορεῖς νά ὑπομείνεις τήν οἰκονομία τῆς Χάριτος; Τοιαῦτα νά λέγῃς εἰς τήν ψυχήν σου καί νά μή ἀθυμῆς. Διότι οἱ πειρασμοί, αὐτή εἶναι ἡ χαρά τους· νά βλέπουν ὅτι λυπεῖσαι καί ἀθυμεῖς. Καί ὅταν ἔλθῃ ἡ χάρις καί φύγῃ καί πάλιν ἔρχεται καί φεύγει, τότε μανθάνεις τόν πόλεμον. Καί δέν σοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ἀλλά χαίρων θά λέγῃς: Δοκίμασόν με Χριστέ μου καί πείρασόν με ὡς τό ἀργύριον. Τότε κάμνεις ρίζα βαθειά, ὅπως τά δένδρα.... καί μάρτυς μου ὁ Θεός ὅτι εἰς τούς μεγαλυτέρους μου πειρασμούς εὗρον τήν μεγαλυτέραν παράκλησιν».
Πού βρίσκεται λοιπόν ο θησαυρός μας; Αν ασθενήσουμε βαριά θα καταλάβουμε. Να δώσει ο Θεός νοιώσουμε ότι όπου «κλείνει μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο», να το πούμε κοσμικά. Έκλεισε μια πόρτα, σημαίνει μπήκε ένας φραγμός απ’ τον Θεό για να σταματήσει ακάθεκτα επερχόμενος πειρασμός. Ανοίγει ένα παράθυρο, για να πετάξει ο νους προς τον Κύριο. Και κωφός και τυφλός και ανάπηρος και ψυχοπαθής και καρκινοπαθής και αγρίως πολεμούμενος από τα πάθη σου να είσαι, ανοίγεται μπροστά σου ο κόσμος της προσευχής. Στην άλλη ζωή μας περιμένει η χαρά του Χριστού μας, η οποία αρχίζει από εδώ κιόλας· εκεί, αλλά κι από εδώ, ὅταν ζοῦμε μὲ τὸ Χριστό, αισθανόμαστε να έχουμε όλα τα μέλη μας, άρτιοι, ὁλοκληρωμένοι. Νους ολόφωτος και χαριτωμένος η ψυχή μας μέσα στο Φως του Χριστού, και καινούριο, άφθαρτο, λαμπρό σώμα, αναστημένο και χαρισμένο απ’ το Χριστό, ακέραιο, μας περιμένουν εκεί. Κι όσο περισσότερο υποφέραμε εδώ, από ασθένειες και κακουχίες, τόσο λαμπρότεροι κι εγγύτερα στο Χριστό εκεί. Εδώ οι «κατασκηνώσεις», εκεί τα μόνιμα. Να δώσει ο Θεός, να γραφτεί αυτό στην καρδιά, ΑΜΗΝ! ΓΕΝΟΙΤΟ!
 

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Η Βάπτιση του Χριστού

Η Βάπτιση του Χριστού

baptisiΤότε παραγίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ᾿Ιορδάνην πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ ᾿Ιωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην· τότε ἀφίησιν αὐτόν· καὶ βαπτισθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.

Τα Άγια Θεοφάνεια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Τα Άγια Θεοφάνεια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

epigonatioΑφού ο Υιός και Λόγος του Θεού ενδύθηκε τον παλαιό Αδάμ, δηλαδή έγινε άνθρωπος, και αφού εκτέλεσε όλα τα επιβαλλόμενα από τον ιουδαϊκό Νόμο, πήγε στον Ιωάννη, για να βαπτισθεί. Όχι γιατί ο Ίδιος το είχε ανάγκη, αλλά για να ξεπλύνει την ανθρώπινη φύση από την ντροπή της αμαρτίας του Αδάμ και να ενδύσει τη γυμνότητά της με την πρώτη στολή που αστραποβολά τη θεϊκή λάμψη. Ο Ιωάννης κήρυττε το βάπτισμα της μετάνοιας και έτρεχε προς αυτόν ολόκληρη η Ιουδαία. Ο Κύριος κηρύττει το βάπτισμα της υιοθεσίας και ποιος από αυτούς που έχουν ελπίσει σε Αυτόν δεν θα υπακούσει; Το βάπτισμα εκείνο (του Ιωάννου) ήταν η εισαγωγή, το βάπτισμα αυτό (του Κυρίου) είναι το τελειωτικό. Εκείνο ήταν η αποχώρηση από την αμαρτία, αυτό είναι η οικείωση με τον Θεό.

ΤΟ ΠΡΩΥΟΚΤΙΣΤΟ ΚΑΛΛΟΣ


ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΤΙΣΤΟΝ ΚΑΛΛΟΣ (β)

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΡΩΠΟΥ 

Ἡ δημιουργία, ὅπως παρουσιάζεται μέσα ἀπό τίς «χρυσές» σελίδες τῆς θείας Γραφῆς, βαίνει ἀπό τά κατώτερα στά ἀνώτερα, ἀπό τά ἀτελῆ πρός τά τελειότερα. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔγινε αὐτός ὁ ὁρατός κόσμος, τό παγκαλέστατο βασίλειο[15], ἦρθε τελευταῖος «εἰς ὕπαρξιν» καί ὁ ταχθείς ὑπό Θεοῦ ἐπίγειος βασιλεύς καί ἐξουσιαστής, ὁ ἄνθρωπος. 

«Καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπό τῆς γῆς, καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν»! [16]

Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, εἶναι σύνδεσμος τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἀοράτου κόσμου, μεικτός ὡς πρός τήν φύση του, αἰσθητός καί νοητός. «Διπλοῦν τοῦτο τό ζῶον, - θά σημειώσει ὁ ἱερός Χρυσόστομος -, ὁ ἄνθρωπος λέγω..καί ἐν οὐρανῷ και ἐν γῇ συγγένειαν ἔχων· διά μέν γάρ τῆς νοητῆς οὐσίας, κοινωνεῖ ταῖς ἄνω δυνάμεσι, διά δε τῆς αἰσθητῆς τοῖς τῆς γῆς συνῆπται πράγμασι, σύνδεσμος τις ὤν ἀκριβής ἑκατέρας τῆς κτίσεως».[17]

Ὁ ἄνθρωπος «σύγκειται», ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, ὡς γνωστόν.

Ὀλίγα θά σημειώσουμε περί τῆς ψυχῆς, τήν ὁποία δημιούργησε τό ἐνεργειακό ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ, πρός ἐνημέρωσιν τῶν ἀναγνωστῶν. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό πού ἐκφράζει τήν ὅλη Παράδοση, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «οὐσία ζῶσα, ἁπλή, ἀσώματη, ἀόρατη κατά τή φύση της στά σωματικά μάτια, λογική καί νοερή, ἀσχημάτιστη, ἐνῶ χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο τό σῶμα καί παρέχει σ᾿ αὐτό ζωή καί αὔξηση και αἴσθηση καί γέννηση…αὐτεξούσια, θελητική καί ἐνεργητική, τρεπτή, δηλαδή ἐθελότρεπτη, γιατί εἶναι κτιστή, ἀφοῦ ὅλα αὐτά τά ἔχει πάρει κατά φύση ἀπό τη χάρη τοῦ Δημιουργοῦ της, ἀπό τήν ὁποία πῆρε τό εἶναι καί τό κατά τή φύση της ἔτσι εἶναι». [18]

Καί ὁ Γρηγόριος Νύσσης, μέ τά ἴδια περίπου λόγια θά ὁρίσει τήν ψυχή, λέγοντας ὅτι εἶναι «οὐσία κτιστή, ζῶσα, νοερά, μεταδίδουσα στό ὀργανικό και αἰσθητό σῶμα ζωτική δύναμη καί ἀντιληπτική τῶν αἰσθητῶν, ἕως ὅτου βέβαιαι παραμένει τό σῶμα στή ζωή». [19]

Ὑπάρχουν τρεῖς θεωρίες περί τῆς προελεύσεως τῆς ψυχῆς. Ἡ πρώτη, εἶναι ἡ θεωρία τῆς προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, τοῦ Πλάτωνος, πού ὁδηγεῖ στόν κύκλο τῶν μετενσαρκώσεων κλπ. και ὅπως γνωρίζουμε, τίς ἀπόψεις αὐτές τίς κατεδίκασε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς[20]. Ἀντίκειται δε ἡ θεωρία αὐτή στη Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία ρητῶς λέγει ὅτι ἡ ἁμαρτία ἔγινε ἀπό τόν ψυχοσωματικό ἄνθρωπο.

Ἡ δεύτερη, εἶναι ἡ θεωρία τῆς μεταφυτεύσεως τῆς ψυχῆς, τῆς μεταδόσεως μέσα ἀπό τήν συνάφεια τοῦ ἄνδρα μέ τήν γυναίκα, ἡ ὁποία καί αὐτή δέν εἶναι ὀρθή, διότι, ἄν αὐτό συνέβαινε, τότε ἡ ψυχή θά ἦταν κατ᾿ ἀνάγκη σωματική καί σύνθετη, διαλυτή καί θνητή, ὅπως τό σῶμα. Ἡ τρίτη, ἡ ὁποία καί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θέση περί τῆς προελεύσεως τῆς ψυχῆς, εἶναι ὅτι ἡ ψυχή δημιουργεῖται, «κτίζεται» ἄμεσα ἀπό τόν Θεό. Ἄλλωστε, ἡ ἴδια ἡ Γραφή λέγει χαρακτηριστικά τή φράση: «Ὁ πλάσας κατά μόνας τάς καρδίας αὐτῶν»[21], καί ἑννοεῖ, σύμφωνα μέ τούς ἑρμηνευτές ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος δημιουργεῖ τήν κάθε ψυχή ξεχωριστά, ἰδιαίτερα, καί ὄχι ὅλες μαζί. Ὁ Θεός, ὅπως παρήγαγε τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἔτσι χάρισε «διά τοῦ ἐμφυσήματος» τήν ἀσώματη καί λογική ψυχή – ζωτική δύναμη.[22]

Ταυτόχρονη εἶναι ἡ δημιουργία ψυχῆς καί σώματος, ὅπως ἡ Πατερική μας Παράδοση στό σύνολό της τονίζει.[23] Εἶναι δέ ἀλήθεια ὅτι ἡ ψυχή ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τῆς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐνεργείας καί τό σῶμα τό μέσον διά τοῦ ὁποίου ἐκδηλώνεται ἡ ἐν λόγῳ ἐνέργεια.

Ἡ ψυχή δέν εἶναι σέ κάποιο συγκεκριμένο μέρος τοῦ σώματος, ἀλλά εἶναι σκορπισμένη παντοῦ μέσα σέ αὐτό, καί ὅπως λέει ἕνα Πρωτοχριστιανικό Κείμενο τοῦ Β΄μ. Χ. αἰ., ἡ πρός Διόγνητον ἐπιστολή, ἡ ψυχή «διά παντός ἐκκέχυται τοῦ σώματος». Δέν κρατεῖται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἡ ψυχή κρατεῖ τό σῶμα. «Χωρεῖ ἡ ψυχή δι᾿ ὅλου τοῦ σώματος καί οὔκ ἔστι μέρος φωτιζόμενον ὑπ᾿ αὐτῆς, ἐν ᾧ μή ὅλη πάρεστι», ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος Νύσσης, Γρηγόριος.

Ἡ ψυχή, ἔχει ἀρχή ἀλλά δέν ἔχει τέλος καί εἶναι προορισμένη νά ζεῖ αἰωνίως, στό διηνεκές. Ἀναχωρεῖ προσωρινά ἀπό τό σῶμα κατά τόν βιολογικό θάνατο, ἀλλά κατά την Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία, πάλι θά ἑνωθεῖ μέ τό ἀναστημένο σῶμα (τό ὁποῖο θά ἔχει ἀποβάλει τή φθορά καί τή θνητότητα) καί θά «συνδιαιωνίσει τό σῶμα» ὅπως μποροῦμε νά ποῦμε, δηλ. θά ζήσει μαζί μέ αὐτό, εἴτε στήν Αἰώνια Μακαριότητα, εἴτε στήν Αἰώνια Κόλαση, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο πού ἔζησε ὁ ἄνθρωπος στή ζωή αὐτή. 

Δέν θά ἀναφερθοῦμε ἐδῶ στό μεγάλο θέμα περί τῶν ἰδιοτήτων, τῶν μερῶν, τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς (ὅπως λ. χ. περί τοῦ «νοῦ» πού εἶναι ὁ «ὀφθαλμός»» της) κλπ., ἀφοῦ τό θέμα πού ἐδῶ ἐξετάζουμε εἶναι γενικά περί ἀνθρώπου, μέσα στό πλαίσιο τῆς ὅλης δημιουργίας τοῦ Πανσόφου Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Θά προχωρήσουμε, γιά νά παρασχεθεῖ ἀπάντηση στό διατυπούμενο κατά καιρούς ἑρώτημα, τό γιατί τῆς δημιουργίας, ὅσον ἀφορᾶ στόν ἄνθρωπο, διότι γιά τήν ὅλη δημιουργία δέν διατυπώνεται τέτοιου εἶδους ἀπορία καί προβληματική. Πολλές φορές ἀκούγεται ἀπό τά χείλη τῶν ἀνθρώπων αὐτό τό ἐρώτημα, γιατί μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός; Κάποιες φορές βεβαίως, πίσω ἀπό τήν διατυπούμενη αὐτή ἀπορία ὑποκρίπτεται μιά ὄχι καί τόσο ἀγνή καί εὐγνώμων διάθεση πρός τόν Δημιουργό τοῦ παντός…

Ἀκοῦμε, μάλιστα, ἐνίοτε, κυρίως ἀπό ἀνθρώπους πονεμένους, στενάζοντας ὑπό τό βάρος τῶν ποικίλων θλίψεων, ἤ ὑπό τό ἔρεβος τῶν παθῶν νά ἀναφωνοῦν: «Γιατί, Θεέ μου, μέ ἔφερες στόν κόσμο αὐτόν; γιά νά ὑποφέρω καί νά βασανίζωμαι»; 

Ἡ Πατερική Θεολογία, μᾶς δίνει τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ γιατί τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. 

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἐκ τῶν μεγάλων Καππαδοκῶν Πατέρων, στόν περίφημο Κατηχητικό του λόγο, μᾶς λέει ὅτι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀπό κάποια ἀνάγκη ἤ ἔλλειψη, ἀλλά τόν ἔπλασε ἀπό μεγάλη ἀγάπη, διότι ἔπρεπε τό φῶς τοῦ Θεοῦ νά μή μένει ἀθέατο καί ἡ δόξα Του νά μή μένει ἄγνωστη! Δημιούργησε δηλαδή τό ἀνθρώπινο γένος, γιά ν᾿ ἀπολαμβάνουν, λέγει, καί ἄλλα ὄντα τήν ἀγάπη Του καί νά μή μένουν οἱ ἄλλες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀργές, χωρίς νά ὑπάρχει κάποιος πού νά μετέχει σ᾿ αὐτές καί νά τίς χαίρεται! 

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας θά γράψει ὅτι ἦταν ἀνάγκη, ὁ κατά φύσιν ἀγαθός Θεός καί Δημιουργός μας, πού εἶναι αὐτό τό ἴδιο τό ἀγαθό, νά καθίσταται γνωστό καί πρός ἐμᾶς. «Ἔδει γάρ, ἔδει τόν τῶν ὅλων Δημιουργόν ἀγαθόν ὄντα κατά φύσιν, μᾶλλον δέ αὐτό τό ἀγαθόν τοῦθ᾿ ὅπερ ἐστί, καί πρός ἡμᾶς γινώσκεσθαι». [24]

Ἀνάλογα ἐκφράζονται καί ἄλλοι Πατέρες, ὅπως ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός κ.ἄ.

Πολύ θερμά καί μέ πνευματική τρυφερότητα ἐκφράζεται στίς «Ἐξομολογήσεις» του ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος, ἐπίσκοπος Ἱππῶνος: «Μᾶς ἔπλασες γιά Σένα καί οἱ καρδιές μας ἀδημονοῦν μέχρι ν᾿ ἀναπαυθοῦν σέ Σένα»!.. 

Βασιλεία Αἰώνια ἑτοίμασε γιά μᾶς ὁ Θεός! Εἶναι μικρό δῶρο αὐτό;

Πόσο σπουδαῖο πρᾶγμα θεωρεῖται στόν κόσμο μας τό γεγονός, νά ἀναλαμβάνει μέ εὐθύνη του ἕνας ἐπίγειος βασιλεύς ἤ μεγάλος κοσμικός ἄρχοντας τή ζωή κάποιου, νά τόν φροντίζει ἰσοβίως, νά τόν προορίζει γιά διάδοχό του, νά τοῦ ἔχει ἑτοιμάσει μιά τεράστια περιουσία, νά κατασκευάζει μιά πολυτελέστατη κατοικία ὥστε νά τόν καταστήσει ἐκεῖ μόνιμο κάτοικο καί κληρονόμο τῶν πολλῶν του ἀγαθῶν… 

Πόσο ἀνώτερο, ὅμως, εἶναι τό νά μᾶς φέρνει ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, «ἐξ οὐκ ὄντων», ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν ἁπάντων καί νά μᾶς προορίζει γιά μιά Βασιλεία ἀδιάδοχη καί ἀτελείωτη, τῆς ὁποίας τά ἀγαθά δέν περιγράφονται καί δέν τά «χωρεῖ» ἀνθρώπινος νοῦς;

Ὁ ἄνθρω­πος, κα­τά τόν φω­στῆρα τῆς Δα­μα­σκοῦ, εἶναι σύν­δεσμος τῆς ὁρατῆς καί τῆς ἀο­ρά­του φύ­σε­ως, εἶναι «ζῶον ἐνταῦθα οἰκο­νο­μού­με­νον καί ἀλλα­χοῦ με­θι­στά­με­νον καί πέ­ρας τοῦ μυ­στη­ρί­ου, τῇ πρός Θε­όν νεύ­σει θε­ού­με­νον»[25], δη­λα­δή εἶναι ἕνα ὄν, τό ὁποῖο δια­τρί­βει ἐδῶ στόν πα­ρό­ντα κό­σμο, ἀλλά ἔχει τήν προ­ο­πτι­κή τῆς μετα­στάσε­ως σέ ἕναν ἄλλο κό­σμο, καί τό τέ­λος αὐτοῦ τοῦ μυ­στη­ρί­ου εἶναι ἡ θέ­ω­σή του μέ προσα­να­το­λι­σμόν τόν Θε­ό (βλ. θε­ο­κε­ντρι­κό­τη­τα). Καί θε­ώ­νε­ται, βέ­βαια, μέ τή με­το­χή του στήν ἄκτι­στη ἐνέργεια τοῦ Θε­οῦ, στή Θεί­α λάμ­ψη, χω­ρίς νά με­τα­βαί­νει στήν ἀμέ­θε­κτη Θεί­α οὐσί­α: «Θε­ού­με­νον δέ τῇ με­τοχῇ τῆς θεί­ας ἐλλάμ­ψε­ως καί οὐκ εἰς τήν θεί­αν με­θι­στά­με­νον οὐσί­αν»[26].

Τόν 7ο αἰῶνα, ὁ Μέγας Ὁμολογητής τῆς Πίστεως, ἅγιος Μάξιμος, θά συνοψίσει τόν σκοπό τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου σε ἕνα ὑπέροχο χωρίο καί θά πεῖ ὅτι γι᾿ αὐτόν τόν λόγο μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, ὥστε νά γίνουμε θείας φύσεως κοινωνοί καί μέτοχοι τῆς δικῆς Του ἀϊδιότητος καί νά ὁμοιάσουμε μέ Αὐτόν διά τῆς θεώσεως. 

«Ὁ Θεός εἰς τοῦτο ἡμᾶς καί πεποίηκεν, ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως, καί τῆς αὐτοῦ ἀϊδιότητος μέτοχοι· καί φανῶμεν αὐτῷ ὅμοιοι κατά τήν ἐκ χάριτος θέωσιν, δι᾿ ἥν πᾶσα τε τῶν ὄντων ἡ σύστασις ἐστί καί ἡ διανομή· καί ἡ τῶν μή ὄντων παραγωγή καί γένεσις».[27]

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΤΙΣΤΟΝ ΚΑΛΛΟΣ (γ)

«ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ» ΚΑΙ «ΚΑΘ᾿ ΟΜΟΙΩΣΙΝ» ΘΕΟΥ.

Ἡ ὑψίστη καί μοναδική ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, πού τόν διακρίνει ἀπό κάθε ἄλλο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἔγκειται στήν «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ πλάση του!

Αὐτό ἀποτελοῦσε τό με­γα­λύ­τε­ρο, ἀγα­θό, τό ὑψη­λό­τε­ρο καί πολυτιμό­τε­ρο στοι­χεῖο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης ζωῆς τοῦ προ­πτω­τι­κοῦ ἀνθρώπου στόν ἐπίγειο Παράδεισο! Ἡ παρ­ρη­σί­α τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θε­ό καί ἡ αἴσθη­ση τῆς συγ­γε­νεί­ας μα­ζί Του, προσδιορίζεται ἀπό αὐτό τό γεγονός καί αὐτό τό μοναδικό προνόμοιο τῆς εἰκόνας καί τῆς ὁμοιώσεως, ἀφοῦ ὁ ἄνθρω­πος πλά­σθη­κε «κατ᾿ εἰκόνα» Θε­οῦ, μέ προ­ο­ρι­σμό νά φθά­ση στό «καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν», τε­λειού­με­νος στα­δια­κά. 

Θά ἀναφέρουμε λίγα καί βασικά ἐδῶ γιά τό θέμα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», καθόσον ὁ ἀγαπητός ἀναγνώστης, ἄν θέλει μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό θησαυρό τῆς Πατερικῆς θεολογίας καί ἐν γένει τοῦ κειμενικοῦ πλούτου τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἐνημερωθεῖ, ἀλλά ὑπάρχει καί ἀπό πλευρᾶς μας μιά εἰδική ἀνάλυση σέ κάποια μελέτη πού ἤδη κυκλοφορεῖται, σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη θεολογική ἀνθρωπολογία, μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποιά ἡ ἀξία του, σέ τί συνίσταται τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» καί ἄλλα σχετικά μέ τό ζήτημα αὐτό. 

Γενικά μποροῦμε νά παραπέμψουμε στόν ἅγιο Ἰω­άν­νη τόν Δα­μα­σκη­νό, ὁ ὁποῖος δι­δά­σκει ὅτι ἡ λο­γι­κή καί νο­ε­ρή ψυ­χή τοῦ ἀνθρώ­που εἶναι αὐτό πού ἀπο­κα­λοῦμε Θεί­α εἰκό­να, διό­τι τό «κατ᾿ εἰκό­να» φα­νε­ρώ­νει τή νο­ε­ρή καί αὐτε­ξού­σια φύ­ση, ἐνῶ τό «καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν», τήν κα­τά τό δυ­να­τόν ὁμοί­ω­ση στήν ἀρε­τή: «Τό μέν γάρ κατ᾿ εἰκό­να, τό νο­ε­ρόν δη­λοῖ καί τό αὐτε­ξού­σιον, τό δέ καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν τήν τῆς ἀρετῆς κα­τά τό δυ­να­τόν ὁμοί­ω­σιν»[28]. 

Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ὅπως τόν ἑρμηνεύει ὁ καθηγητἠς Π. Χρήστου, ὑπάρχει διάκριση μεταξύ εἰκόνας καί ὁμοιώσεως. Ἡ εἰκόνα, ἀνήκει στήν κατηγορία τῆς φύσεως καί ὑφίσταται στό διάστημα μεταξύ «εἶναι» καί «εὖ εἶναι», ἐνῶ ἡ ὁμοίωση ἀνήκει στήν κατηγορία τοῦ προσώπου καί ἐπισημαίνει τήν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό πρόσωπο, δέν εἶναι κάτι τό ἀποτελεσμένο, ἀλλά συγκροτεῖται ἔπειτα ἀπό ἀγῶνα πού ἀποβλέπει στήν ἐξύψωση τῆς φύσεως καί στήν ὑπέρβασή της. Τό κατ᾿ εἰκόνα, μέ ἄλλα λόγια τό χαρίζει ὁ Θεός στή φύση μας, ἀλλά τό καθ᾿ ὁμοίωσιν πρέπει νά τό ἐργαστοῦμε ὡς πρόσωπα, συνεργαζόμενοι μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Στά θαυμάσια Κεφάλαια περί Ἀγάπης, διαβάζουμε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ὁ Θεός, φέροντας σέ ὕπαρξη τή νοερή καί λογική οὐσία, κοινοποίησε σ᾿ αὐτήν ἀπό ἄκρα ἀγαθότητα τέσσερα ἀπό τά θεῖα ἰδιώματα, ὡς συνεκτικά, φρουρητικά καί διασωστικά τῶν ὄντων: τό ὄν, τό ἀεί ὄν, τήν ἀγαθότητα καί τή σοφία. Προσέφερε τά δύο ἀπό αὐτά, τό ὄν καί τό ἀεί ὄν στήν οὐσία, τά δέ ἄλλα δύο στή γνωμική ἐπιτηδειότητα (την ἐλευθερία τῆς προαιρέσεως). Ἔτσι, θά κατόρθωνε καί ἡ κτίση να γίνει κατά μετουσία, ὅ,τι εἶναι ὁ Θεός κατ᾿ οὐσία. Γιά τό λόγο αὐτό λέγεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωση Θεοῦ. Κατ᾿ εἰκόνα μέν «ὡς ὄν ὄντος, καί ὡς ἀεί ὄν, ἀεί ὄντος». Καθ᾿ ὁμοίωση δέ, ὡς ἀγαθός ἀγαθοῦ καί ὡς σοφός σοφοῦ, τοῦ «κατά φύσιν ὁ κατά χάριν». Καί κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι κάθε λογική φύση, καθ᾿ ὁμοίωση ὅμως μόνο οἱ ἀγαθοί και σοφοί». [29] 

Ὡστό­σο, οἱ Θε­ο­λό­γοι γνω­ρί­ζουν ὅτι ὑπάρ­χει μί­α ποι­κι­λί­α ὁρι­σμῶν καί ἑρμη­νειῶν πε­ρί τοῦ «κατ᾿ εἰκό­να» καί «καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν» ἀπό πλευρᾶς τῶν Πα­τέ­ρων καί ἑρμη­νευτῶν. Ἔτσι, λ.χ. «ὁ ἱε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, μα­ζί μέ τόν Μ. Βα­σί­λειο καί τόν Γρη­γό­ριο Νύσ­σης, ὡς κατ᾿ εἰκό­να ἐκλαμβά­νει τό λο­γι­κόν ἤ νο­ε­ρόν»[30]. Ἄλλο­τε, τό «κατ᾿ εἰκό­να» ἀνα­φέ­ρε­ται στήν ψυ­χή τοῦ ἀνθρώ­που, στό «νο­ε­ρόν αὐτοῦ», ἄλλο­τε στό «βα­σι­λι­κόν» ἀξί­ω­μα καί τό αὐτε­ξού­σιον, ἄλλο­τε πά­λι καί στό σῶμα, στόν ὅλο ἄνθρω­πο, ἀφοῦ καί τό σῶμα «συμ­με­τεῖχεν εἰς τήν εἰκό­να», εἶχε δη­μιουρ­γη­θεῖ «κατ᾿ εἰκό­να» τοῦ Θεί­ου Ἀρχε­τύ­που, Ἰη­σοῦ Χρι­στοῦ. 

Ἦταν, λοι­πόν, με­γά­λη ἡ ἀξί­α πού ἔλα­βε ὁ ἄνθρω­πος ἀπό τόν Θεῖο Δη­μιουρ­γό Του, ὁ Ὁποῖος τόν ἐτί­μη­σε μέ τήν εἰκό­να Του καί μέ τή δυ­νατότη­τα τῆς ἐν Χά­ρι­τι ὁμοιώ­σε­ως μέ Αὐτόν. Σχετικά μέ τό δῶρο τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», θά παραθέσουμε καί ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στό ὁποῖο ὁ μέγας Θεολόγος τοῦ 14ου αἰῶνος διδάσκει ὅτι μόνος ὁ ἄνθρωπος ἀπό ὅλη τήν κτίση εἶναι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα τοῦ θείου πλάστου καί Δημιουργοῦ. Αὐτό ἔγινε, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά βλέπει τόν Θεό, Αὐτόν νά ἀγαπᾶ, Αὐτοῦ καί μόνο νά εἶναι μύστης καί προσκυνητής καί μέ τήν πρός τόν Θεό πίστη καί νεύση καί διάθεση νά διατηρεῖ αὐτό το κάλλος Του. Ὅλα τά ἄλλα, ὅσα ἔχει ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός (αἰσθητά), ὁ ἄνθρωπος νά τά θεωρεῖ κατώτερα ἀπό τόν ἑαυτό του καί ὁλότελα στερημένα νοῦ. «Μόνος γάρ ἁπάντων ἐπιγείων τε καί οὐρανίων ἐκτίσθη κατ᾿ εἰκόνα τοῦ πλάσαντος, ὡς πρός ἐκεῖνον ὁρῲη καί αὐτόν ἀγαπῲη, κἀκείνου μόνου μύστης καί προσκυνητής εἴη∙ καί τῇ πρός αὐτόν πίστει καί νεύσει καί διαθέσει, τήν οἰκείαν καλλονήν συντηρείη. Πάντα δέ τ᾿ ἄλλα, ὅσα γῆ καί οὐρανός ὅδε φέρει, κατώτερα ἑαυτοῦ εἰδείη καί νοῦ παντάπασιν ἄμοιρα »[31]. 


--------------------------------------------------------------------------------
[1]MPG. 26, 596

[2] Ν. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, Β΄, σελ. 185.

[3] Ὁ Πλάτων, ὡς γνωστόν, θεωροῦσε τόν Θεό ὡς διακοσμητή τοῦ σύμπαντος καί ὄχι δημιουργό. Οἱ φιλόσοφοι θεωροῦν ὡς δημιουργία ὅ,τι παράγεται ἤ πολλαπλασιάζεται, ἤ μεταπλάσσεται, προέρχεται ἀπό τήν οὐσία αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ὑλικοῦ ἤ πνευματικοῦ. Βλ. Ν. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τόμ Γ΄σελ 155. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής γράφει ὅτι αὐτός εἶναι ὁ λόγος τῶν φιλοσόφων, τό νά θεωροῦν τόν Θεό, δημιουργό τῶν ποιοτήτων, ἐνῶ ἐμεῖς τόν πιστεύουμε ὀρθῶς ὡς δημιουργό τῶν οὐσιῶν. Βλ. Κεφάλαια Περί ἀγάπης, MPG. 90, 1049A καί 1025Β.

[4] Κατά Μανιχαίων διάλογος, MPG. 94, 1512B.

[5] Εἰς τήν Ἑξαήμερον, MPG. 29, 12B: «Συμφυής ἄρα τῷ κόσμῳ καί τοῖς ἐν αὐτῷ ζώοις τε καί φυτοῖς ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεί καί παραρρέουσα καί οὐδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου».

[6] Βλ. Ν. Ματσούκα Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τόμ. Γ΄, σελ. 105.

[7] Βλ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσιον, Περί διαφόρων ἀπόρων : «Οἱ τῶν ὄντων λόγοι προκαταρτισθέντες τῶν αἰώνων Θεῷ, καθώς οἶδεν αὐτός, ἀόρατοι ὄντες, οὕς καί ἀγαθά θελήματα καλεῖν τοῖς θείοις ἔθος ἐστίν ἀνδράσιν». MPG. 90, 293 D -296A.

[8] Περί διαφόρων ἀποριῶν, MPG. 91, 1080A.

[9] Ν. Ματσούκα, Δογματική, τόμ. Γ΄, σελ. 164

[10] Βλ. Ἐβρ. 1, 2. : «Δι᾿ οὗ καί ἐποίησε τούς αἰῶνας». Αἰῶνες στήν κτιστή πραγματικότητα εἶναι ἡ χρονική καί μετρητή «διαστηματική» κίνηση, ἤ ὁ νοητός χώρος τῶν λογικῶν και νοερῶν ὄντων. Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «αἰῶνας» μέ ποικίλες ἔννοιες. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τον Δαμασκηνό, ἡ λέξη αἰώνας ἔχει πολλές σημασίες: «Τό τοῦ αἰῶνος ὄνομα πολύσημον ἐστί…αἰών γάρ λέγεται ἡ ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων ζωή…πάλιν, ὀ χιλίων ἐτῶν χρόνος…πάλιν ὅλος ὁ παρών βίος καί αἰών ὁ μέλλων…» Βλ. Ἔκθεσις ὀρθοδόξου πίστεως, 4, 2, 1. MPG. 94, 861B. Πρέπει, ὡστόσο, νά διακρίνουμε στήν Πατερική σκέψη τή θέση ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θεία αἰωνιότητα πού εἶναι ἀΐδια καί ἄλλο ἡ κτιστή αἰωνιότητα καί οἱ κτιστοί αἰῶνες.

[11] MPG. 44, 148B καί 185D.

[12] Ν. Ματσούκα Δογματική Β΄, σελ. 181.

[13] Βλ. Π. Χρήστου, «Τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ», ἔκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 131.

[14] ΕΠΕ, 1, 66, Α΄ Λόγος Εἰς τό Ἅγιον Πάσχα.

[15] Βλ. π. Θ. Ζήση, «Ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον», ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 67: «Ἡ πρό τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου δημιουργική δραστηριότης τοῦ Θεοῦ ἀπέβλεπεν εἰς τήν ἑτοιμασίαν τοῦ βασιλείου, τοῦ ὁποίου ἡγεμών καί βασιλεύς ἐπρόκειτο νά ἐγκατασταθῇ ὁ ἄνθρωπος. Ὡς συμβαίνει προκειμένου νά εἰσέλθῃ βασιλεύς εἰς πόλιν, ὅτε εὐτρεπίζεται ἅπασα ἡ πόλις πρός ὑποδοχήν, κατά τόν αὐτόν τρόπον ἡτοιμάσθη καί διεκοσμήθη ὁ κόσμος, ἵνα ὑπηρετήσῃ τόν μέλλοντα νά δημιουργηθῇ ἄρχοντα καί ἡγεμόνα αὐτοῦ. Ἄνευ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ὁ κόσμος θά ἦτο σῶμα ἄνευ κεφαλῆς, πόλις ἄνευ ἡγεμόνος καί ἄρχοντος».

[16] Γέν, 2, 7.

[17] MPG. 55, 182.

[18]«Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», ἔκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, 1989, Εἰσαγωγή, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια, Ν. Ματσούκα, σελ. 153.

[19] Βλ. στό πρωτότυπο, Διάλογος Περί ψυχῆς καί Ἀναστάσεως, ΕΠΕ, 1, 228.

[20] Τήν θεωρία περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, ἡ ὁποία συναντᾶται στόν Πλάτωνα, τόν Φίλωνα, τόν Ὠριγένη, τόν Δίδυμο τυφλό καί τόν Εὐάγριο, ἡ Ἐκκλησία κατεδίκασε ἡ Ε΄ Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος το 543 μ. Χ. Το κείμενο τοῦ α΄ἀναθεματισμοῦ κατά τῶν Ὠριγενείων κακοδοξιῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Α. Εἴ τις τήν μυθώδη προΰπαρξιν τῶν ψυχῶν καί τήν ταύτην ἑπομένην τερατώδη ἀποκατάστασιν πρεσβεύει, ἀνάθεμα ἔστω». Βλ. Ν. Μητσοπούλου, Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογάς, Ἀθήνα 1991, σελ. 189.

[21] Ψαλμ. 32.

[22] Βλ. Σπ. Τσιτσίγκου, Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σελ. 45.

[23] Τίς θέσεις αὐτές ἀναπτύσσει μέ σοφία καί πολλή ἐπιχειρηματολογία ὁ πρῶτος ἐκεῖνος καί λογιώτατος Πατριάρχης τοῦ Γένους μας, Γεννάδος Σχολάριος. Βλ. π. Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 452 καί ἑξ.

[24] Ἁγίου Κυρίλλου, Πρός Ρωμ., MPG. 74, 780ΑΒ

[25] Ἔκδο­σις…, σ. 150.

[26] Ὅπ.π., σ. 152

[27] Ἐπιστολή 43, «Εἰς Ἰωάννην θαλαμηπόλον», MPG. 91, 440BC.

[28] Ἔκδο­σις…., σ. 150.

[29] Περί Ἀγάπης, Ἑκατοντάς τρίτη, 25, μετφρ.

[30] Βλ. Σ. Τσι­τσί­γκου, Ἡ ψυ­χή τοῦ ἀνθρώ­που κα­τά τόν Ἱε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, ἐκδ. Ἀπο­στο­λι­κή Διακο­νί­α, Ἀθήνα 2000, σ. 53.

[31] Κεφάλαια φυσικά, 26.