Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

"Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων" (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)



(Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)

 (Γι' αυτούς που από τη δική τους απειρία και την απείθειά τους στους Αγίους, απορρίπτουν τις μυστικές ενέργειες του Πνεύματος, οι οποίες, με τρόπο που υπερβαίνει το λόγο, ενεργούνται σε όσους ζουν πνευματικά και φανερώνονται με έργα, χωρίς ν' αποδεικνύονται με λόγια).
Τα δόγματα που τώρα πια είναι κοινοποιημένα και γνωστά σε όλους και κηρύττονται δημόσια, ήταν τα μυστήρια του Μωσαϊκού νόμου, τα οποία μόνον οι Προφήτες προέβλεπαν εμπνεόμενοι από το Πνεύμα.

Τα δε υποσχεμένα στους Αγίους αγαθά κατά τον μέλλοντα αιώνα, είναι τα μυστήρια της ευαγγελικής πολιτείας, τα οποία τώρα γίνονται ορατά ως ένα σημείο και δίνονται σαν αρραβώνας μόνο σε όσους αξιώθηκαν από το Πνεύμα να τα βλέπουν.


Αλλά τότε, αν κανείς Ιουδαίος δεν άκουγε μ' ευχαριστία τους Προφήτες να μιλούν για Λόγο και Πνεύμα Θεού συναιώνια και προαιώνια, μπορούσε να κλείσει τ' αυτιά του, πιστεύοντας πως ακούει λόγια απαγορευμένα στην ευσεβή πίστη και αντίθετα στη διακήρυξη που δίδασκε τους ευσεβείς ότι· «Ο Κύριος ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος»(Δευτ. 6, 4). 
Έτσι και τώρα μπορεί να πάθει κανείς, αν δεν ακούει με ευλάβεια τα μυστήρια του Πνεύματος που είναι γνωστά μόνο σ' εκείνους που έχουν καθαρθεί δια μέσου της αρετής. Αλλά όπως έπειτα η πραγματοποίηση εκείνων των προφητειών έδειξε τα τότε μυστήρια σύμφωνα με όσα έγιναν φανερά και τώρα πιστεύομε Πατέρα και Υιό και Άγιο Πνεύμα, θεότητα τρισυπόστατη, μία φύση απλή, ασύνθετη, άκτιστη, αόρατη, αχώρητη στο νου, έτσι και όταν αποκαλυφθεί στον ορισμένο καιρό ο μέλλων αιώνας κατά την ανέκφραστη φανέρωση του ενός Θεού που έχει τρεις τέλειες Υποστάσεις, τότε θα φανερωθούν τα μυστήρια σύμφωνα σε όλα με τα φανερά. 
Πρέπει όμως να προσέξομε και τούτο· ότι δηλαδή, αν και αργότερα φανερώθηκε στα πέρατα της γής το δόγμα των τριών Υποστάσεων της θεότητας, χωρίς να αναιρεί καθόλου την έννοια του ενός Θεού, εντούτοις στους Προφήτες εκείνους ήταν με ακρίβεια γνωστό και πριν από την έκβαση των πραγμάτων, και το παραδέχονταν άνετα όσοι τότε πείθονταν στα λόγια των Προφητών. 
Κατά τον ίδιο τρόπο, ούτε τώρα αγνοούμε τα δόγματα της χριστιανικής μας ομολογίας, κι εκείνα που κηρύττονται φανερά, κι εκείνα που αποκαλύπτονται μυστικά από το Πνεύμα στους αξίους. Άλλοι δεν τα αγνοούν γιατί μυήθηκαν σ' αυτά από την ίδια τους την πείρα, όσοι δηλαδή απαρνήθηκαν και χρήματα και δόξα των ανθρώπων και κακές ηδονές του σώματος για χάρη της ευαγγελικής ζωής, και δεν έμειναν μόνο σ' αυτό, αλλά και βεβαίωσαν αυτή την απάρνηση με την υποταγή τους στους προχωρημένους στην κατά Χριστόν ηλικία.

"150 φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια (κεφ. 101-150)" (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)

 

 (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)

101. Αν δε διαφέρουν μεταξύ τους οι θείες ενέργειες, τότε και η δημιουργική δύναμη δε διαφέρει από την πρόγνωση. Αφού λοιπόν ο Θεός άρχισε κάποτε να δημιουργεί, άρα άρχισε και να προγνωρίζει. Και πώς είναι Θεός αυτός που δεν προγνωρίζει προαιώνια τα πάντα;
102. Αν η δημιουργική ενέργεια του Θεού δε διαφέρει από τη θεία πρόγνωση, τότε τα δημιουργήματα θα συμβαδίζουν με την πρόγνωση του Θεού, και θα δημιουργήθηκαν ανάρχως, αφού ο Θεός θα τα δημιούργησε ανάρχως, ακριβώς επειδή ανάρχως και Αυτός προγνωρίζει, και όσα προγνωρίζει, προγνωρίζονται ανάρχως. Και πώς είναι Θεός, αφού τα δημιουργήματά Του δεν είναι διόλου μεταγενέστερα από Αυτόν;



103. Αν δε διαφέρει σε τίποτε από την πρόγνωση του Θεού η δημιουργική Του ενέργεια, τότε ούτε το να δημιουργεί υπόκειται στη θέληση, αφού δεν υπόκειται και η πρόγνωση. Επομένως ο Θεός δε δημιουργεί επειδή θέλει, αλλά μόνο επειδή το έχει αυτό στη φύση Του. Πώς όμως είναι Θεός εκείνος που δημιουργεί χωρίς θέληση;
104. Ο Θεός ο ίδιος είναι μέσα στον εαυτό Του, αφού οι τρείς θείες υποστάσεις συμφύονται και αλληλοσυνέχονται αΐδια και περιχωρούνται ασύγχυτα η μία μέσα στην άλλη. Ακόμη ο Θεός είναι μέσα στο παν, και το παν είναι μέσα στο Θεό, ο Θεός ως Αυτός που συνέχει, και το παν ως αυτό που συνέχεται από το Θεό. Επομένως τα πάντα μετέχουν στη συνεκτική ενέργεια του Θεού, αλλ' όχι στην ουσία Του. Γι' αυτό και οι Θεολόγοι το ότι Αυτός είναι πανταχού παρών λένε πως είναι ενέργεια του Θεού.

105. Και εκείνοι που ευαρέστησαν το Θεό και πέτυχαν το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν, δηλαδή τη θέωση —γιατί γι' αυτό μας έπλασε ο Θεός, όπως λένε, για να μας κάνει δηλαδή κοινωνούς της θεότητάς Του(Β΄ Πέτρ. 1, 4)—, κι αυτοί λοιπόν είναι μέσα στο Θεό, αφού από Αυτόν θεοποιούνται, και ο Θεός μέσα σ' αυτούς, αφού Αυτός τους θεοποιεί. Επομένως κι αυτοί μετέχουν στη θεία ενέργεια, αν και με άλλο τρόπο, και όχι στην ουσία του Θεού. Γι' αυτό και οι Θεολόγοι λένε ότι η θεότητα είναι όνομα της θείας ενέργειας.

106. Η υπερούσια και υπέρζωη και υπέρθεη και υπεράγαθη φύση, αν είναι υπεράγαθη και υπέρθεη και τα όμοια, ούτε να ειπωθεί μπορεί, ούτε να νοηθεί, ούτε γενικά να εξεταστεί θεωρητικά, γιατί είναι έξω από όλα και υπεράγνωστη και εγκατεστημένη πάνω από τους υπερουράνιους νόες με δύναμη απεριόριστη, και ποτέ κανένας δεν μπορεί καθόλου ούτε να τη συλλάβει, ούτε να την εκφράσει. Ούτε και υπάρχει όνομα γι' Αυτήν που με αυτό να ονομάζεται, ούτε στον παρόντα αιώνα, ούτε στον μέλλοντα(Εφ. 1, 21). Ούτε λόγος που να σχηματίζεται στην ψυχή ή να προφέρεται με το στόμα. Ούτε καμία επαφή ή μέθεξη, αισθητή ή νοερή, αλλά ούτε και καμία φαντασία. Γι' αυτό οι Θεολόγοι θεωρούν πλησιέστερή Της την τελειότατη ακαταληψία με χρήση αρνήσεων, που διατυπώνει όλα όσα Αυτή είναι ή γενικά λέγεται, με υπεροχική αφαίρεση. Γι' αυτό ούτε ουσία ούτε φύση είναι θεμιτό να την ονομάσει κυριολεκτικά, όποιος έχει επίγνωση της αλήθειας πάνω από κάθε αλήθεια. Κι επειδή πάλι είναι αιτία των πάντων, και γύρω από Αυτήν και ένεκα Αυτής είναι τα πάντα και Αυτή είναι πριν απ' όλα, και γενικά και απεριόριστα όλα τα έχει περιλάβει μέσα Της, απ' όλα αυτά μπορούμε να την ονομάσομε —καταχρηστικά, αλλά όχι κυριολεκτικά. Επομένως μπορούμε να την ονομάζομε και ουσία και φύση· και κυρίως την ουσιοποιητική πρόοδο και ενέργεια του Θεού. Γιατί και ο Μέγας Διονύσιος, αυτή θεωρεί ως το πραγματικό θεολογικό όνομα της ουσίας του όντως Όντος.

107. Μπορεί να βρει κανείς και στα κτιστά όντα και στο Θεό, περιπτώσεις που το όνομα της φύσεως να αποδίδεται και στα φυσικά γνωρίσματα. Έτσι, ο πιο θεολογικός από τους Γρηγορίους λέει κάπου στα Έπη του: «Ιδού, η φύση του Βασιλιά μου δίνει ευτυχία». Το να δίνει βέβαια δεν αποτελεί φύση κανενός, αλλά είναι φυσικό γνώρισμα του ευεργετικού. Και για τη φωτιά μπορεί να πει κανείς ότι είναι στη φύση της να πηγαίνει προς τα επάνω και να φωτίζει όσους τη βλέπουν, όμως ούτε η προς τα επάνω κίνηση ούτε ο φωτισμός είναι η φύση της φωτιάς, αλλά η αρχή της κινήσεώς της. Ονομάζονται λοιπόν φύση και τα φυσικά γνωρίσματα, όπως λέει κάπου ο Μέγας Διονύσιος: «Είναι φύση στο Αγαθό το να παράγει και να σώζει», δηλαδή τούτο αποτελεί ιδιότητα της φύσεώς Του. Όταν λοιπόν ακούσεις να λένε οι Πατέρες ότι η ουσία του Θεού είναι αμέθεκτη, να νοήσεις ότι αναφέρονται σ' αυτήν που δεν εξέρχεται από τον εαυτό της, ούτε φανερώνεται· όταν πάλι ακούσεις ότι είναι μεθεκτή, να νοήσεις την πρόοδο και τη φανέρωση και την ενέργεια του Θεού που αποτελούν φυσικό γνώρισμά Του. Όταν δεχτείς και τα δύο μ' αυτό το νόημα, θα είσαι σύμφωνος με τους Πατέρες.

"150 φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια (κεφ. 1-50)" (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)



(Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)

1. Ότι ο κόσμος έχει αρχή, και η φύση το διδάσκει, και η ιστορία το πιστοποιεί, και οι εφευρέσεις των τεχνών και οι νομοθεσίες και οι πολιτικές εξουσίες το αποδεικνύουν καθαρά. Γνωρίζομε τους εφευρέτες σχεδόν όλων των τεχνών, τους νομοθέτες των νόμων και όσους είχαν την εξουσία στις διάφορες χώρες· ακόμη γνωρίζομε εκείνους που έγραψαν για ο,τιδήποτε από την αρχή.

Κανένα από αυτούς δε βλέπομε να υπερβαίνει τη γένεση του κόσμου και του χρόνου, την οποία εξιστόρησε ο Μωυσής. Κι ο ίδιος ο Μωυσής που έγραψε την αρχή της γενέσεως του κόσμου, με τόσα έργα και λόγια θαυμαστά, μάς έδωσε αναμφισβήτητες πιστοποιήσεις της αλήθειας των λεγομένων του, ώστε να πείσει όλους σχεδόν τους ανθρώπους και να τους κάνει να περιγελούν εκείνους που σοφίστηκαν τα αντίθετα. Γιατί και αυτή η φύση του κόσμου τούτου, έχοντας πάντοτε ανάγκη από πρόσφατη αρχή για το κάθε τι και μην μπορώντας να υπάρξει καθόλου χωρίς αυτή, φανερώνει από τα ίδια τα πράγματα την πρώτη της αρχή, η οποία δεν είχε άλλη αρχή.




2. Ότι ο κόσμος δεν έχει μόνο αρχή, αλλά θα έχει και τέλος, η ίδια η φύση του κόσμου το παρουσιάζει ως ενδεχόμενο, καθώς είναι σαν να πεθαίνει διαρκώς τμηματικά. Βέβαιη όμως και αναμφισβήτητη πίστη γι' αυτό μάς παρέχει η προφητεία των θείων ανθρώπων και κυρίως του Χριστού, του Θεού των όλων. Κι αυτούς είναι ανάγκη να τους πιστεύουν ως αληθινούς όχι μόνο οι ευσεβείς, αλλά και οι ασεβείς, αφού τους βλέπουν να βγαίνουν αληθινοί και σ' ολα τα άλλα που προείπαν. Μπορούμε δε να μάθομε από αυτούς ότι ο κόσμος όλος αυτός δε θα πέσει στην απόλυτη ανυπαρξία, αλλά θα μεταβληθεί όπως και τα σώματά μας, καθώς θα διαλυθεί και θα μεταστοιχειωθεί προς το θεϊκότερο με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ώστε να είναι ανάλογος μ' εμάς.

"Τρία κεφάλαια για την προσευχή και την καθαρότητα της καρδιάς" (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)



(Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)

1. Επειδή το θείο είναι αυτοαγαθότητα, έλεος αληθινό και άβυσσος καλωσύνης, ή μάλλον που κι αυτή την άβυσσο περιλαμβάνει, γιατί είναι πάνω από κάθε όνομα που λέμε και κάθε τι που νοούμε, μόνο με την ένωση μαζί Του μπορεί κανείς να βρει έλεος. Ενώνεται δε κανείς μαζί Του με τη μετοχή, κατά το δυνατόν, των όμοιων αρετών και με την κοινωνία κατά την προσευχή προς το Θεό με τη δέηση και την ένωση. Η κοινωνία όμως δια μέσου των αρετών, λόγω ομοιότητας, κάνει κατάλληλο τον αγωνιστή να υποδέχεται το θείον, όχι όμως και να τον ενώνει μαζί Του.

Ενώ η δύναμη της προσευχής ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση και ένωση του ανθρώπου προς το Θεό, γιατί είναι σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Κτίστη, όταν βέβαια η προσευχή, με τη φλογερή κατάνυξη, ξεπεράσει τα πάθη και τους λογισμούς. Γιατί είναι αδύνατο να ενωθεί ο Θεός με τον εμπαθή νου. ώστε, όσο ο νους είναι εμπαθής ενώ προσεύχεται, δεν έχει βρει το έλεος του Θεού. Όσο πάλι μπορεί να ξεπερνά τους λογισμούς, τόσο αποκτά και το πένθος. κι ανάλογα με το πένθος δέχεται και το έλεος της θείας παρηγοριάς.Κι αν μείνει σ'  αυτά για καιρό με ταπείνωση, τότε μεταποιεί ολοκληρωτικά και το παθητικό μέρος της ψυχής.


2. Όταν το ενιαίο του νου γίνει τρισσό, μένοντας ενιαίο, τότε ενώνεται με τη θεαρχική Τριαδική Μονάδα, αποκλείει κάθε είσοδο πλάνης και γίνεται ανώτερο από τη σάρκα, τον κόσμο και τον κοσμοκράτορα διάβολο. Και έτσι, ξεφεύγοντας ολοσχερώς τις αφορμές από αυτά, βρίσκεται μέσα στον εαυτό του και το Θεό και απολαμβάνει πλουσιοπάροχα την πνευματική αγαλλίαση που πηγάζει από μέσα του όσο βρίσκεται σ' αυτή τη κατάσταση. Το ενιαίο του νου γίνεται τρισσό, μένοντας ενιαίο, με τη στροφή του νου στον εαυτό του και με την ανάβαση στο Θεό δια μέσου του εαυτού του. Η στροφή του νου προς τον εαυτό του είναι η φύλαξη του εαυτού του, ενώ η ανάβασή του στο Θεό γίνεται αρχικά με την προσευχή, προσευχή όμως με συνεπτυγμένη μορφή, αν και κάποτε γίνεται και με πιο διεξοδική, πράγμα που είναι πιο κοπιαστικό. Αν τώρα παραμένει κανείς καρτερικά στη σύμπτυξη αυτή του νου και την ανύψωσή του στο Θεό, εμποδίζοντας με ισχυρή βία την τάση της διάνοιάς του να κινείται σε πολλά, πλησιάζει το Θεό νοερά και επιτυγχάνει τα άρρητα και γεύεται τον μέλλοντα αιώνα και με νοερή αίσθηση γνωρίζει ότι ο Κύριος είναι αγαθός, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: "Γευθείτε και δείτε ότι ο Κύριος είναι αγαθός"(Ψαλμ.33,9). Το να βρει λοιπόν κανείς το νου του τρισσό, να είναι δηλαδή ο ίδιος μόνος του ο φύλακας και ο φυλασσόμενος και ο προσευχόμενος κατά τη φύλαξη, δεν είναι ίσως πολύ δύσκολο. Η μακρά όμως καρτερική παραμονή  σ'  αυτή την κατάσταση που γεννά τα απόρρητα, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Οποιοσδήποτε κόπος άλλης αρετής είναι μικρός κι ευκολότατος, αν συγκριθεί με αυτόν. Γι'  αυτό και πολλοί που αφήνουν την προσπάθεια εξαιτίας της στενοχωρίας της προσευχητικής αρετής, δεν αξιώνονται να φτάσουν στην πλατωσιά των θείων χαρισμάτων. Εκείνους όμως που υπομένουν, τους περιμένουν μεγαλύτερες εκδηλώσεις της θείας βοήθειας, που τους υποβαστάζουν και τους σηκώνουν και τους προωθούν με ηδονή προς τα εμπρός, κάνοντας πιο βατή τη δύσβατη οδό και βάζοντας μέσα τους την αγγελική, ας πούμε επιτηδειότητα και ενδυναμώνοντας την ανθρώπινη φύση μας να πλησιάζει τα υπέρ φύση , σύμφωνα με το λόγο του Προφήτη: "Όσοι υπομένουν, θα βγάλουν φτερά. θα ανανεωθεί η ισχύς τους"(Ησ. 40,31)

"Υπέρ των ιερών ησυχαζόντων - 2ος λόγος της πρώτης τριάδος". Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Ερώτηση πρός τον ιερό συγγραφέα
Καλά έκανες, Πάτερ, που μου παράθεσες και τους λόγους των Αγίων για το ζήτημά μας. Ακούγοντάς σε να λύνεις τις απορίες μου θαύμαζα πώς γινόταν η αλήθεια ολοφάνερη· μου ερχόταν όμως στο νου, αφού κάθε λόγος αντικρούεται με λόγο, όπως είπες και συ ο ίδιος, μήπως υπάρχει κάποια αντιλογία και για όσα υποστηρίζεις εσύ. Μα επειδή γνωρίζω ότι μόνο η έμπρακτη μαρτυρία είναι αναμφισβήτητη, κι έχω ακούσει και τους Αγίους να λένε τα ίδια μ' εσένα, δε φοβάμαι πιά τίποτα τέτοιο.

Γιατί όποιος δεν πείθεται στους Αγίους, πώς θα είναι αξιόπιστος ο ίδιος; Και πώς δε θα αθετεί το Θεό των Αγίων; Γιατί Αυτός ο ίδιος είπε στους Αποστόλους και μέσω αυτών στους μετέπειτα Αγίους: «Όποιος αθετεί εσάς, αθετεί εμένα»(Λουκ. 10, 16), δηλαδή την ίδια την αλήθεια. Πώς λοιπόν θα γίνει αποδεκτός από εκείνους που ζητούν την αλήθεια, ο αντίπαλος της αλήθειας; Γι' αυτό σε παρακαλώ, Πάτερ, να με ακούσεις να σου εκθέσω και το καθένα από τα άλλα όσα άκουσα από τους ανθρώπους εκείνους που ασχολούνται όλη τους τη ζωή με την ελληνική παιδεία. Και τότε να μου πεις κι εσύ τη δική σου γνώμη σχετικά μ' αυτά και να προσθέσεις και τις σχετικές γνώμες των Αγίων. Οι αντίθετοι δηλαδή υποστηρίζουν ότι κακώς κάνομε που προσπαθούμε να κλείνομε το νου μας μέσα στο σώμα. Μάλλον, λένε, πρέπει να προσπαθούμε να τον εξωθούμε με κάθε τρόπο έξω από το σώμα.

Γι' αυτό και διασύρουν πολύ μερικούς από τους δικούς μας και γράφουν εναντίον τους, επειδή συμβουλεύουν τους αρχαρίους να κοιτάζουν το σώμα τους και να οδηγούν μέσα τους με την αναπνοή το νου τους, λέγοντας ότι δεν είναι χωρισμένος ο νους από την ψυχή. Αφού λοιπόν δεν είναι χωρισμένος, πώς να τον στείλει κανείς εκεί που βρίσκεται; Ακόμη ισχυρίζονται ότι τάχα οι δικοί μας λένε πως και τη θεία χάρη την εισάγουν μέσα τους από τα ρουθούνια. Εγώ όμως, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι συκοφαντία, γιατί κάτι τέτοιο δεν άκουσα από κανένα δικό μας, έβγαλα το συμπέρασμα ότι και για τα υπόλοιπα επιτίθενται από κακία. Γιατί αυτοί συνηθίζουν και για ανύπαρκτα να κατηγορούν τους ανθρώπους, και τα υπαρκτά να διαστρέφουν. Εσύ όμως, Πάτερ, δίδαξέ με, για ποιο λόγο φροντίζομε να φέρνομε μέσα μας με κάθε επιμέλεια το νου, και δεν το νομίζομε κακό να τον περικλείομε στο σώμα.

"Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας" (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)



(Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)

Ο Κύριος, ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος(Δευτ. 6, 4), που αναγνωρίζεται ως Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Ο Πατέρας είναι αγέννητος. Ο Υιός έχει γεννηθεί από τον Πατέρα ανάρχως, αχρόνως και απαθώς, ως Λόγος. Αυτός, επειδή έχρισε από τον εαυτό Του την ανθρώπινη φύση που έλαβε από εμάς, ονομάστηκε Χριστός. Το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση, αλλά με εκπόρευση. Αυτός είναι ο μόνος Θεός.

Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, ο ένας Κύριος σε τρεις υποστάσεις, Πατέρα, Υιού και Αγίου Πνεύματος, που δε διαιρείται κατά τη φύση και τη βουλή και τη δόξα, τη δύναμη και την ενέργεια και όλα τα γνωρίσματα της θεότητας. Αυτόν μόνο θα αγαπήσεις και Αυτόν μόνο θα λατρέψεις με όλη τη διάνοιά σου και με όλη την καρδιά σου και με όλη τη δύναμή σου(Δευτ. 6, 5).



Και θα είναι τα λόγια Του και τα προστάγματά Του μέσα στην καρδιά σου για να τα πράττεις και να τα μελετάς και να τα λες όταν κάθεσαι και όταν βαδίζεις και όταν είσαι στο κρεβάτι και όταν ξυπνάς και σηκώνεσαι(Δευτ. 6, 6-7). Να θυμάσαι αδιάκοπα τον Κύριο, το Θεό σου(Δευτ. 8, 18), και να φοβάσαι Αυτόν μονάχα(Δευτ. 6, 13), και να μη λησμονήσεις ούτε Αυτόν, ούτε τις εντολές Του. Έτσι θα σου δώσει Εκείνος δύναμη να κάνεις το θέλημά Του.

Γιατί τίποτε άλλο δε ζητά από σένα ο Θεός, παρά να τον φοβάσαι και να τον αγαπάς και να πορεύεσαι σ' όλους τους δρόμους Του(Δευτ. 10, 12). Αυτός είναι το καύχημά σου και Αυτός ο Θεός σου(Δευτ. 10, 21). Μαθαίνοντας για τους υπερκόσμιους Αγγέλους ότι είναι απαθείς και αόρατοι, και για το διάβολο που ξέπεσε από εκεί ότι είναι πολύ κακός και σοφός, ορμητικός και πολυμήχανος στο να πλανά τον άνθρωπο, μη νομίσεις ότι είναι κάποιος από αυτούς ομότιμος με το Θεό.

Βλέποντας το μέγεθος του ουρανού και την πολύπλοκη κίνησή του, τον ολόλαμπρο ήλιο, τη φωτεινή σελήνη, την καθαρότητα των άλλων άστρων, τον απαραίτητο στην αναπνοή αέρα, τη θάλασσα και τη γη που παράγουν κάθε προϊόν, μη θεοποιήσεις κανένα απ' αυτά. Όλα αυτά είναι δούλα και κτίσματα του μόνου Θεού που τα δημιούργησε από το μηδέν με το λόγο Του. Γιατί Αυτός είπε κι έγιναν, Αυτός πρόσταξε και δημιουργήθηκαν(Ψαλμ. 32, 9).

"Προς τη σεμνοτάτη μοναχή Ξένη" (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)



(Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς)

Σ' εκείνους που επιθυμούν να ζουν τη μοναχική ζωή αληθινά, είναι δυσάρεστη όχι μονάχα η συναναστροφή με τους πολλούς, αλλά και με εκείνους που ζουν με τον ίδιο τρόπο, γιατί αυτό διακόπτει τη συνέχεια της πανευφρόσυνης επικοινωνίας με το Θεό και σχίζει στα δύο και κάποτε σε πολλά μέρη το ενιαίο του νου, το οποίο συγκροτεί τον έσω και αληθινό Μοναχό.

Γι' αυτό και κάποιος από τους Πατέρες, όταν ερωτήθηκε γιατί αποφεύγει τους ανθρώπους, αποκρίθηκε ότι «δεν μπορώ να είμαι με το Θεό όταν συναναστρέφομαι με τους ανθρώπους». Άλλος πάλι, μιλώντας γι' αυτά από την πείρα του, θεωρεί όχι μόνο τη συναναστροφή, αλλά και τη θέα των ανθρώπων, ως αιτία που μπορεί να διαφθείρει τη σταθερότητα της νοερής ηρεμίας των ησυχαστών. Αν δε κανείς εξετάσει με ακρίβεια, και μόνο η σκέψη του ερχομού κάποιου και η αναμονή της επισκέψεως και της συνομιλίας δεν αφήνει τελείως ατάραχο το νοητικό μέρος της ψυχής.



Εκείνος τώρα που γράφει και λόγους, φορτώνει το νου του με ακόμη πιο έντονη μέριμνα. Κι αν είναι από εκείνους που έχουν προκόψει στην αρετή και έχει, λόγω ψυχικής υγείας, και την αγάπη του Θεού, την έχει ενεργητική και όταν γράφει, αλλά πάντως όχι με άμεσο και γνήσιο τρόπο. Αν όμως είναι από εκείνους που πέφτουν ακόμη σε πολλά νοσήματα και πάθη της ψυχής, όπως πράγματι είμαι εγώ, κι έχουν ανάγκη να φωνάζουν συνεχώς στο Θεό «γιάτρεψε με, γιατί αμάρτησα σ' Εσένα»(Ψαλμ. 40, 5), αυτοί δεν είναι εύλογο πριν από τη θεραπεία τους ν' αφήσουν τη δέηση και ν' ασχοληθούν με ο,τιδήποτε άλλο θεληματικά.