Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

Οἱ πειρασμοί, Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής


Τὰ λυπηρὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν γίνονται ἢ γιὰ παιδαγώγησή μας, ἢ γιὰ τὴν ἐξάλειψη παλιῶν ἁμαρτιῶν, ἢ γιὰ διόρθωση τῆς τωρινῆς ἀμέλειάς μας, ἢ γιὰ ἀποτροπὴ μελλοντικῶν ἁμαρτιῶν.
Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ συλλογίζεται ὅτι ὁ πειρασμὸς τοῦ συνέβη γιὰ κάποιον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους, δὲν ἀγανακτεῖ, ὅταν τὸν χτυποῦν ἢ τὸν ἀδικοῦν ἢ τοῦ κάνουν κάποιο ἄλλο κακό. Καθὼς μάλιστα συναισθάνεται τὶς ἁμαρτίες του, οὔτε κατηγορεῖ ἐκεῖνον ποὺ τοῦ προξενεῖ τὸν πειρασμό, ἀφοῦ, εἴτε μέσω αὐτοῦ εἴτε μέσω ἄλλου, ὄφειλε νὰ πιεῖ τὸ ποτήρι τῆς θείας δικαιοσύνης.
Ἀντίθετα, στὸν Θεὸ ἀποβλέπει καὶ τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ ὅ,τι ἐπέτρεψε, καὶ τὸν ἑαυτὸ του κατηγορεῖ καὶ δέχεται πρόθυμα τὴν παιδαγωγικὴ δοκιμασία, ὅπως ἔκανε ὁ Δαβὶδ μὲ τὸν Σεμεΐ (Β’ Βασ. 16:5-13).
Ὁ ἀσύνετος ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ζητᾶ συχνὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐλεηθεῖ καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεινά, ὅταν ὅμως ἔρχεται τὸ ἔλεος, δὲν τὸ δέχεται, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι ὅπως ἐκεῖνος ἤθελε, ἀλλὰ ὅπως τὸ ἔκρινε συμφέρον ὁ Γιατρὸς τῶν ψυχῶν. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀδημονεῖ καὶ ἀναστατώνεται, καὶ ἄλλοτε τὰ βάζει ὀργισμένος μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ ἄλλοτε βλασφημεῖ τὸν Θεό. Ἔτσι ὅμως καὶ ἀγνωμοσύνη δείχνει, καὶ ἐνίσχυση στὸν πειρασμό του δὲν παίρνει.


Οἱ δαίμονες μᾶς προξενοῦν πειρασμοὺς εἴτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἴτε ξεσηκώνοντας ἐναντίον μας ἐκείνους ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸν Θεό. Μᾶς πειράζουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὅταν χωριστοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἔκαναν στὸν Κύριο στὴν ἔρημο (Ματθ. 4:1-10)• καὶ μέσω ἀνθρώπων, ὅταν ζοῦμε ἀνάμεσα σὲ αὐτούς, ὅπως τὸν Κύριο μέσω τῶν Φαρισαίων (Ματθ. 16:1• 19:3). Ἐμεῖς ὅμως, ἔχοντας τὸ βλέμμα στραμμένο στὸ πρότυπό μας, τὸν Κύριο, ἂς τοὺς ἀποκρούσουμε καὶ στὶς δύο περιπτώσεις.

Κάθε σχεδὸν ἁμαρτία γίνεται μέσω ἡδονῆς, καὶ κάθε ἐξάλειψη ἁμαρτίας γίνεται μέσω κακοπάθειας καὶ λύπης, εἴτε θεληματικῆς, μὲ τὴ μετάνοια, εἴτε σταλμένης ἀπὸ τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, μὲ πειρασμὸ ποὺ ἐπιτρέπει ἡ πρόνοιά του. Γιατί, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, ἂν ἀνακρίναμε ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας, δὲν θὰ ἐπισύραμε τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ· ὅταν ὅμως ὁ Κύριος μᾶς τιμωρεῖ, μᾶς διαπαιδαγωγεῖ, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν καταδικαστοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμο (Α’ Κορ. 11:31-32).

Ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς ἄλλοι φέρνουν στοὺς ἀνθρώπους ἡδονές, ἄλλοι λύπες καὶ ἄλλοι σωματικοὺς πόνους. Γιατί ἀνάλογα μὲ τὴν αἰτία τῶν παθῶν ποὺ βρίσκεται στὴν ψυχὴ βάζει σὲ αὐτὴν καὶ τὸ φάρμακο ὁ Γιατρὸς τῶν ψυχῶν μὲ τὶς δίκαιες κρίσεις του.

Ὅταν σοῦ ἔρθει πειρασμὸς χωρὶς νὰ τὸ περιμένεις, μὴν κατηγορεῖς ἐκεῖνον πού σοῦ τὸν προξένησε, ἀλλὰ ἀναζήτησε τὸ γιατί, καὶ ὅταν τὸ βρεῖς, διορθώσου.

Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος, καθὼς ἀναλογίζεται τὸ θεραπευτικὸ ἀποτέλεσμα τῶν κρίσεων τοῦ Θεοῦ, ὑπομένει μὲ εὐχαριστία τοὺς πειρασμοὺς ποὺ αὐτὲς ἐπιτρέπουν νὰ τοῦ συμβοῦν, θεωρώντας αἰτία τους τὶς ἁμαρτίες του καὶ κανέναν ἄλλον. Ὁ ἀσύνετος, ἀντίθετα, ἐπειδὴ ἀγνοεῖ τὴν πάνσοφη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἁμαρτάνει καὶ παιδαγωγεῖται μὲ πειρασμούς, θεωρεῖ αἴτιους αὐτῶν ἢ τὸν Θεὸ ἢ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἐκεῖνος πραγματικὰ θέλει νὰ σωθεῖ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντιστέκεται στὰ θεραπευτικὰ φάρμακα. Καὶ αὐτὰ εἶναι οἱ ὀδύνες καὶ οἱ λύπες ποὺ ἔρχονται μὲ τοὺς ποικίλους πειρασμούς. Ὅποιος ὅμως ἀντιστέκεται, δὲν γνωρίζει οὔτε τί ἐμπορεύεται στὸν ἐδῶ κόσμο, οὔτε τί πρέπει νὰ ἀγοράσει μὲ αὐτὲς προτοῦ φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο.


http://www.agiazoni.gr/article.php?id=98856398636455124704

Ο χριστιανός διαμορφώνεται από τη φύση και από τη χάρη, Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

 

Ο χριστιανός δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αφού διαμορφώνεται τόσο από τη φύση όσο και από τη χάρη…

Πρόσεξε τι λέει ο Κύριος: «Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα και το ανακάτεψε μ’ ένα σακί αλεύρι, ώσπου ζυμώθηκε όλο» (Ματθ. 13:33).

Το ζυμάρι δεν φουσκώνει αμέσως μόλις ανακατωθεί με το προζύμι. Φουσκώνει στην ώρα του, αφού πρώτα το προζύμι διεισδύσει και απλωθεί σιγά-σιγά μέσα του. Το ψωμί που γίνεται έτσι, είναι αφράτο, ευωδιαστό, νόστιμο.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία χάρη. Όταν ενώνεται με τη φύση μας στο άγιο Βάπτισμα, δεν τη διαποτίζει αμέσως. Απλώνεται σιγά-σιγά. Και όταν η χάρη απλωθεί παντού, όταν σύνολη η φύση μας χαριτωθεί, τότε όλα, όσα κάνουμε, παίρνουν έναν άλλο χαρακτήρα.

Τότε οι ενέργειές μας, μολονότι φαινομενικά είναι οι ίδιες ή όμοιες με άλλες οποιουδήποτε ανθρώπου, αποκτούν ένα ιδιαίτερο άρωμα, μιαν ιδιαίτερη γεύση, έναν ιδιαίτερο ήχο. Ο Θεός δέχεται μόνο αυτές τις ενέργειες, που Του είναι εξαιρετικά ευάρεστες.


Θα κάνω άλλη μια παρομοίωση, για να εξηγήσω το πώς η χάρη, όταν της δίνονται περιθώρια να ενεργήσει, αφού διαποτίσει σύνολη τη φύση μας, γίνεται και εξωτερικά ορατή σε όλους όσοι είναι ικανοί να τη δουν.

Η χάρη, λοιπόν, μοιάζει με τη φωτιά, που διεισδύει στο σίδερο. Δεν είναι μόνο μέσα στο σίδερο, αλλά και στο εξωτερικό του. Την πύρινη δύναμή της τη βλέπει ο καθένας.

Έτσι συμβαίνει και με τη χάρη, όταν εισχωρήσει στη φύση μας: Γίνεται αντιληπτή απ’ όλους. Όλοι όσοι έρχονται σε επαφή μ’ έναν θεοχαρίτωτο άνθρωπο, αισθάνονται ότι αυτός έχει μιαν ασυνήθιστη δύναμη, που εκδηλώνεται ποικιλότροπα.

Όταν αρχίζει να μιλάει για οτιδήποτε το πνευματικό, λάμπει σαν τον μεσημεριάτικο ήλιο, και τα λόγια του πηγαίνουν κατευθείαν στην ψυχή του ακροατή, διαμορφώνοντας μέσα του με αυθεντία ανάλογα αισθήματα και ανάλογες διαθέσεις.

Μα κι όταν ακόμα δεν μιλάει, εκπέμπει μια θερμότητα, που επηρεάζει τα πάντα γύρω του, και μια παράξενη δύναμη, που επενεργεί στις ψυχές και τους εμπνέει προθυμία για πνευματικό αγώνα.


Παίρνουμε τη χάρη του Θεού στη νηπιακή μας ηλικία με το άγιο Βάπτισμα. Από την ώρα εκείνη η χάρη αρχίζει να ενεργεί μέσα μας με την προοπτική και την ελπίδα ότι, μετά την ενηλικίωση και ωρίμανσή μας, θα αναλάβουμε αυτοθέλητα και πρόθυμα τον αγώνα για τη σωτηρία μας.

Όταν οι γονείς είναι ευσεβείς και ανατρέφουν τα παιδιά τους, όπως λέει ο απόστολος, «δίνοντάς τους αγωγή και συμβουλές που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο» (Εφ. 6:4), τότε η θεία χάρη γεννά την ειρήνη στις παιδικές ψυχές. Έτσι, τα παιδιά γίνονται ευγενικά, ταπεινά, υπάκουα, καλότροπα, θεοσεβούμενα.



Από το βιβλίο: Πνευματική Ανθολογία από τους βίους και τους λόγους των Αγίων της Ρωσίας. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2018, σ

Η αδιάλειπτη προσευχή Γέροντας Ευστράτιος Γκολοβάνσκι

 



«Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού και πως το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;» μας ρωτάει ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 3:16). Αφού, λοιπόν, όλοι οι χριστιανοί είμαστε ζωντανοί ναοί του Θεού, δεν πρέπει να γίνουμε οίκοι αδιάλειπτης προσευχής και δοξολογίας Εκείνου;

Υπάρχει, όμως, κι άλλος ένας λόγος, για τον οποίο οφείλουμε να προσευχόμαστε αδιάλειπτα: Ο σατανάς με τα όργανά του και τους υπηρέτες του μας πολεμάει συνέχεια. Όμοια μας πολεμάει και η σάρκα, που εναντιώνεται στο πνεύμα. Μ’ αυτούς τους ισχυρούς εχθρούς δεν μπορούμε να τα βάλουμε μόνοι μας. Γι’ αυτό πρέπει να οπλιστούμε με την προσευχή.

Παντού και πάντοτε μπορούμε να προσευχόμαστε με το νου και το πνεύμα. Και στο δρόμο και στη δουλειά και στο τραπέζι και στο κρεβάτι και στην πολυκοσμία και στη μόνωση μπορεί να θυμάται κανείς τον Θεό, να Τον ευχαριστεί, να Τον δοξάζει και να ζητάει τη βοήθεια Του. Κι Εκείνος, ως φιλάνθρωπος και πολυέλεος, είναι πάντα έτοιμος να μας ακούσει και να μας συντρέξει.

Μπορούμε να προσευχόμαστε την ώρα της δουλειάς

Και μπορούμε και πρέπει να προσευχόμαστε. Τι κάνουμε συνήθως την ώρα της δουλειάς; Λέμε μάταια λόγια, κουτσομπολεύουμε και κατακρίνουμε τους συνανθρώπους μας, τραγουδάμε, καμιά φορά και τσακωνόμαστε με τους συνεργάτες ή συναδέλφους μας. Στους εργασιακούς χώρους γίνεται συχνά τόση φασαρία, που θαρρείς ότι μιλάει ολόκληρη η οικουμένη.

Όλη αυτή η φασαρία, κι αν ακόμα δεν εμποδίζει την εργασία, αναμφίβολα δεν ωφελεί την ψυχή. Ποιος δεν θα παραδεχθεί πως, αντί να λέμε κούφια ή και εφάμαρτα λόγια, είναι καλύτερα να προσευχόμαστε;

Αρχίζοντας, για παράδειγμα, τη δουλειά σου, πες μυστικά ή και δυνατά: «Κύριε, ευλόγησε τον κόπο μου. Δώσε μου δύναμη και βοήθησέ με να τελειώσω αίσια».

Όσο εργάζεσαι, επαναλάμβανε μια σύντομη προσευχή, όπως το «Κύριε, ελέησον». Βλέποντας τη δουλειά σου να πηγαίνει καλά, λέγε: «Δόξα σοι, Κύριε». Βλέποντάς την να μην πηγαίνει καλά, ικέτευε: «Υπεραγία Θεοτόκε, άγιοι του Θεού, δεηθείτε στον Κύριο για μένα».

Αν σε πολεμήσουν κακοί λογισμοί, κάνε το σταυρό σου και πες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν». «Φύλακα άγγελέ μου, φύλαξέ με». Αν αμάρτησες με το λογισμό ή τα λόγια, αναστέναξε με μετάνοια και πες με καρδιά συντριμμένη: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με, τον αμαρτωλό».

Αν από λάθος σου χάλασε κάποιο μηχάνημα ή έσπασε κάποιο εργαλείο, μην αγανακτήσεις. Ήρεμα και μακρόθυμα πες: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, που παραχώρησες να γίνει αυτή η ζημιά, για να διαπιστώσω την αδυναμία μου και να ταπεινωθώ».

Αν σε πλησιάσει κάποιος, πες του: «Ο Θεός βοηθός σου, αδερφέ». Κι όταν φεύγει, ευχήσου του: «Ο Θεός μαζί σου».

Έτσι, λοιπόν, και όταν δουλεύουμε, μπορούμε να προσευχόμαστε και να μιλάμε θεάρεστα.

Γιατί, αν και συχνά επαναλαμβάνω την προσευχή του τελώνη «Θεέ μου, σπλαχνίσου με, τον αμαρτωλό», δεν βλέπω καμιάν αλλαγή στη ζωή μου;

Απάντηση: Γιατί, απλούστατα, προσεύχεσαι με τα τελωνικά λόγια, όχι όμως και με το τελωνικό φρόνημα. Ο τελώνης προσευχόταν, με συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του (Λουκ. 18:13), με «πνεύμα συντριμμένο, καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη» (Ψαλμ. 50:19). Ο Θεός βλέπει την καρδιά του ανθρώπου. Αν αυτή πονάει για τις αμαρτίες της και μετανοεί ειλικρινά, Εκείνος δέχεται την προσευχή της· διαφορετικά, την απορρίπτει.

Η δική μας μετάνοια δεν έχει συνήθως καρπούς, γιατί κατά βάθος ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε ευσεβείς, ενάρετοι και, οπωσδήποτε, ανώτεροι από τους αδερφούς μας. Τέτοιους ανθρώπους θέλοντας να συνετίσει ο Κύριος, είπε τη διδακτική παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου: «Σε μερικούς που ήταν σίγουροι για την ευσέβειά τους και περιφρονούσαν τους άλλους, είπε τούτη την παραβολή… Γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του, θα ταπεινωθεί, και όποιος τον ταπεινώνει, θα υψωθεί» (Λουκ. 18:9,14).

 

Από το βιβλίο: Γέροντος Ευστρατίου (Γκολοβάνσκι), Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών. Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2012. Ερωτήσεις 49, 154, 21.

 


Προσευχή, το κύριο έργο του ανθρώπου Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

 

Το κύριο έργο του ανθρώπου είναι η προσευχή. Ο άνθρωπος πλάστηκε για να υμνεί το Θεό. Αυτό είναι το έργο που του αρμόζει. Αυτό μόνο εξηγεί την πνευματική του υπόσταση. Αυτό μόνο δικαιώνει την εξέχουσα θέση του μέσα στη δημιουργία. Ο άνθρωπος πλάστηκε για να λατρεύει το Θεό και να μετέχει στη θεία Του αγαθότητα και μακαριότητα.

Ως εικόνα του Θεού που είναι, λαχταράει για το Θεό και τρέχει με πόθο να ανυψωθεί προς Αυτόν. Με την προσευχή και την υμνωδία ευφραίνεται. Το πνεύμα του αγάλλεται και η καρδιά του σκιρτάει. Όσο περισσότερο προσεύχεται, τόσο η ψυχή του απογυμνώνεται από τις κοσμικές επιθυμίες και γεμίζει από τα ουράνια αγαθά. Και όσο αποχωρίζεται τα γήινα και τις ηδονές του βίου, τόσο περισσότερο απολαμβάνει την ουράνια ευφροσύνη. Η δοκιμή και η πείρα μάς επιβεβαιώνουν την αλήθεια αυτή.

Ο Θεός ευαρεστείται στις προσευχές εκείνες που προσφέρονται με τον πρέποντα τρόπο, δηλαδή με συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητάς μας. Για να υπάρξει όμως τέτοια συναίσθηση, απαιτείται τέλεια απάρνηση του κακού μας εαυτού και υποταγή στις εντολές του Θεού· απαιτείται ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.

Αναθέστε όλες τις φροντίδες σας στο Θεό. Εκείνος προνοεί για σας. Μη γίνεστε ολιγόψυχοι και μην ταράζεστε. Αυτός που εξετάζει τα απόκρυφα βάθη της ψυχής των ανθρώπων, γνωρίζει και τις δικές σας επιθυμίες και έχει τη δύναμη να τις εκπληρώσει όπως Αυτός γνωρίζει. Εσείς να ζητάτε από το Θεό και να μη χάνετε το θάρρος σας. Μη νομίζετε ότι, επειδή ο πόθος σας είναι άγιος, έχετε δικαίωμα να παραπονείστε όταν οι προσευχές σας δεν εισακούονται. Ο Θεός εκπληρώνει τους πόθους σας με τρόπο που εσείς δεν γνωρίζετε. Να ειρηνεύετε λοιπόν και να επικαλείσθε το Θεό.

Οι προσευχές και οι δεήσεις από μόνες τους δεν μας οδηγούν στην τελειότητα. Στην τελείωση οδηγεί ο Κύριος που έρχεται και κατοικεί μέσα μας, όταν εμείς εκτελούμε τις εντολές Του. Και μια από τις πρώτες εντολές είναι να γίνεται στη ζωή μας το θέλημα όχι το δικό μας, αλλά του Θεού. Και να γίνεται με την ακρίβεια που γίνεται στον ουρανό από τους αγγέλους. Για να μπορούμε κι εμείς να λέμε: «Κύριε, όχι όπως εγώ θέλω, αλλ’ όπως Εσύ· “γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης”». Χωρίς λοιπόν το Χριστό μέσα μας, οι προσευχές και οι δεήσεις οδηγούν στην πλάνη.

 

Από το βιβλίο: Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, τόμος Γ’, Ι. Μ. Παρακλήτου, σελ. 15.

Οι ακολουθίες του νυχθημέρου Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Παπαγιάννης (†)

 



Ας ιδούμε με τη σειρά τις ακολουθίες του νυχθημέρου, έχοντας υπ’ όψιν ότι κατά τον ιουδαϊκό τρόπο υπολογισμού του νυχθημέρου, ο οποίος έχει επικρατήσει και στην Εκκλησία, προηγείται η νύχτα και έπεται η ημέρα· το ημερονύκτιο δηλαδή αρχίζει με τη δύσι του ηλίου.

Πρώτη λοιπόν ακολουθία του νυχθημέρου είναι ο Εσπερινός. Η ανάγκη του ανθρώπου να ευχαριστήση τον Θεό για το τέλος της ημέρας και να ζητήση την προστασία του κατά τη διάρκεια της νύχτας είναι ίσως ο λόγος, για τον οποίο η προσευχή κατά την ώρα αυτή αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο. Για τους Χριστιανούς όμως υπάρχει κι ένας ωραίος συμβολισμός. Την ώρα αυτή που ανάβουμε τα φώτα, το υλικό φως γίνεται σύμβολο του αληθινού φωτός, του Χριστού, που διαλύει τα σκότη και φωτίζει τον κόσμο. Γι’ αυτό στον Εσπερινό ψάλλουμε τον αρχαίο ύμνο «Φως ιλαρόν».

Τα κυριώτερα στοιχεία του Εσπερινού είναι: ο προοιμιακός ψαλμός, μια ωραιοτάτη περιγραφή της μεγαλειότητος και των έργων του Θεού· οι επιλύχνιοι ψαλμοί (το «Κύριε εκέκραξα», στο οποίο περιλαμβάνεται ο στίχος «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου»)· το Φως ιλαρόν· το Καταξίωσον, Κύριε, και ο ύμνος του Συμεών Νυν απολύεις. Ανάμεσα σ’ αυτά παρεμβάλλονται οι ύμνοι της ημέρας, που αναφέρονται πάντοτε στην εορτή ή στον άγιο της επομένης ημέρας.

Δεύτερη ακολουθία είναι το Απόδειπνο, προσευχή μετά το δείπνο και πριν από τον ύπνο. Στις ευχές του ζητούμε να μας χαρίση ο Θεός ειρηνική και αναμάρτητη τη νύχτα και να μας σηκώση πάλι στον καιρό της προσευχής, το Μεσονυκτικό και τον Όρθρο.

Στο Βυζαντινό τυπικό υπάρχουν δύο τύποι Αποδείπνου: το Μέγα και το Μικρό. Το Μέγα Απόδειπνο τελείται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή (Δευτέρα έως Πέμπτη) και είναι μια ιδιαιτέρως κατανυκτική ακολουθία. Πολύ γνωστοί είναι οι αρχαίοι ύμνοι του «Η ασώματος φύσις…», «Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε…» και «Κύριε των δυνάμεων…». Το Μικρό Απόδειπνο περιέχει λιγώτερα στοιχεία και τελείται κατά το υπόλοιπο διάστημα του έτους.

Τρίτη ακολουθία είναι το Μεσονυκτικό, που κανονικά τελείται τα μεσάνυχτα. Η ησυχία της νύχτας είναι ο καταλληλότερος καιρός για προσευχή. «Μεσούσης της νυκτός» κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο ο άγγελος εθανάτωσε τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων (Εξ. 12:19). Νύχτα αναστήθηκε ο Κύριος. «Μέσης νυκτός» κατά την παραβολή των δέκα παρθένων «ήλθεν ο νυμφίος» (Ματθ. 25:6,10). «Κατά το μεσονύκτιον Παύλος και Σίλας ύμνουν τον Θεόν» στη φυλακή των Φιλίππων (Πραξ. 16:25).

Όλα αυτά, καθώς και η επανειλημμένη σύστασις του Κυρίου να είμαστε πάντοτε έτοιμοι, συνετέλεσαν στη διαμόρφωσι της ακολουθίας του Μεσονυκτικού, που θυμίζει έντονα τη μέλλουσα δευτέρα παρουσία του Κυρίου και την ανάγκη της συνεχούς εγρηγόρσεως και ετοιμασίας, για να εισέλθουμε στον νυμφώνα του.

Μεσονυκτικού έχουμε τρεις τύπους: το καθημερινό, που τελείται κατά τις πέντε ημέρες της εβδομάδος, του Σαββάτου και της Κυριακής.

Ερχόμαστε τώρα στην τετάρτη ακολουθία του ημερονυκτίου, τον Όρθρο, που τελείται περίπου κατά την ανατολή του ηλίου. Στην αρχή της νέας ημέρας ο πιστός αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήση τον Θεό για την έγερσι από τον ύπνο, να χαιρετήση την έλευσι του αισθητού φωτός, που θυμίζει και πάλι το νοητό φως, τον Χριστό, και να ζητήση την ευλογία του Θεού για τα έργα της ημέρας.

Ο Όρθρος είναι η κυριώτερη, μεγαλύτερη και πλουσιώτερη ακολουθία της ημέρας. Τα κυριώτερα στοιχεία της είναι: ο εξάψαλμος, ομάδα έξι κατανυκτικών ψαλμών· ο 50ος ψαλμός· οι εννέα ωδές, από τις οποίες σήμερα ψάλλεται συνήθως μόνο η ωδή της Θεοτόκου· οι αίνοι, δηλαδή οι τρεις τελευταίοι δοξολογητικοί ψαλμοί (148-150), και η δοξολογία. Ανάμεσα στα στοιχεία αυτά παρεμβάλλονται οι ύμνοι της ημέρας, που δίνουν στον Όρθρο το ιδιαίτερο χρώμα ανάλογα με την εορτή. Τις Κυριακές και γιορτές διαβάζεται στον Όρθρο και Ευαγγέλιο.

Μετά τον Όρθρο έχουμε τις ακολουθίες των Ωρών. Είναι τέσσερεις: η Πρώτη Ώρα, η Τρίτη, η Έκτη και η Ενάτη, μία για τις αντίστοιχες ώρες της ημέρας κατά τον ιουδαϊκό υπολογισμό, δηλαδή την 6η π.μ., την 9η π.μ., τη 12η μεσημβρινή και την 3η μ.μ. κατά τον σημερινό υπολογισμό.

Η Πρώτη Ώρα είναι, όπως και ο Όρθρος, πρωινή προσευχή και αίτησις του θείου φωτισμού· η Τρίτη αναφέρεται στην κάθοδο του Αγίου Πνεύματος· η Έκτη στη σταύρωσι του Κυρίου και η Ενάτη στον θάνατο του Κυρίου.

Οι Ώρες είναι σύντομες ακολουθίες. Καθεμιά αποτελείται από τρεις ψαλμούς, τροπάρια σχετικά με το θέμα της, το τρισάγιο, το «Κύριε ελέησον» και ειδική ευχή.

Τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων και τη Μ. Παρασκευή προστίθενται σε κάθε Ώρα ειδικά τροπάρια για την ημέρα, Προφητεία, Απόστολος και Ευαγγέλιο. Οι Ώρες αυτές λέγονται Μεγάλες ή Βασιλικές Ώρες.

Όλες αυτές οι ακολουθίες τελούνται κάθε μέρα με τάξι και ακρίβεια στις μονές και μάλιστα στις μονές του Αγίου Όρους. Στις ενορίες δεν είναι δυνατή η πλήρης τέλεσίς των. Γι’ αυτό τελούνται κάθε μέρα μόνο οι δύο κυριώτερες ακολουθίες, ο Εσπερινός και ο Όρθρος, με τις οποίες αγιάζεται η αρχή και το τέλος της ημέρας.

Τις Κυριακές και γιορτές αμέσως μετά τον Όρθρο τελείται η θεία Λειτουργία, της οποίας η κανονική θέσις είναι μετά την Έκτη Ώρα. Οι άλλες ακολουθίες τελούνται μόνο εκτάκτως, απαραιτήτως δε κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

 

Από το βιβλίο: Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαγιάννη, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ (ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ – ΟΡΘΡΟΣ – ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ). Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 13.

Προσευχή καρποφόρα και ευάρεστη στον Θεό Γέροντας Ευστράτιος Γκολοβάνσκι

 


Καρποφόρα και ευάρεστη στον Θεό είναι η καθαρή και άγια προσευχή. Ειδικότερα:

  1. Όταν προσευχόμαστε, δεν πρέπει να ζητάμε από τον Θεό πράγματα που θα μπορούσαν να αποβούν επιζήμια για άλλους ανθρώπους.
  2. Δεν πρέπει, επίσης, να ζητάμε από τον Θεό αγαθά που θα τα χρησιμοποιήσουμε για την ικανοποίηση των παθών μας.
  3. Η προσευχή μας πρέπει να πηγάζει από την καρδιά, εκφράζοντας την ευλάβειά της στον Θεό. Η απλή απαγγελία προσευχών, δίχως συμμετοχή της καρδιάς, δεν έχει αξία.
  4. Η προσευχή μας πρέπει να εμπνέεται από την ακλόνητη πίστη και τη στέρεη ελπίδα στον Θεό,
  5. Η προσευχή μας πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη αφοσίωση και υποταγή στο θέλημα του Θεού,
  6. Η προσευχή μας πρέπει να συνοδεύεται, επίσης, από τη βαθιά συναίσθηση της αναξιότητας και της αδυναμίας μας, αφενός, και από την απόλυτη πεποίθηση στην παντοδυναμία, την παγγνωσία και την αγαθότητα του Θεού, αφετέρου.
  7. Η προσευχή μας πρέπει να συνοδεύεται ακόμη από την ειλικρινή και σταθερή απόφαση εγκαταλείψεως της αμαρτίας και χρησιμοποιήσεως κάθε πνευματικού μέσου που μας παρέχει ο Θεός για τη διόρθωσή μας.
  8. Πρέπει να ζητάμε από το Άγιο Πνεύμα να μας δώσει το χάρισμα της αληθινής προσευχής· γιατί αλλιώς ποτέ δεν θα μάθουμε να προσευχόμαστε σωστά.
  9. Πρέπει, καθώς προσευχόμαστε, να είμαστε απερίσπαστοι και άγρυπνοι, αποδιώχνοντας κάθε μάταιο λογισμό, που επιχειρεί να μας αποσπάσει από την ιερή εργασία της προσευχής.
  10. Πρέπει, τέλος, να προσευχόμαστε αδιάλειπτα, σταθερά και ανυποχώρητα στον πόλεμο των εχθρών της προσευχής, των δαιμόνων.

Ποια είναι τα αποτελέσματα της προσευχής;

Θαυμαστά, πράγματι, είναι τα αποτελέσματα της προσευχής. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην εισακούεται από τον θεό, αν προσεύχεται με πίστη και ελπίδα σ’ Αυτόν, με σταθερότητα και με καθαρή καρδιά. Και δεν υπάρχει αίτημα προς τον Κύριο που να μην ικανοποιείται, εκτός μόνο κι αν έρχεται σε αντίθεση με την αγαθότητά Του, με τη σοφία Του ή με το συμφέρον της ψυχής του ανθρώπου που προσεύχεται. Ο ίδιος ο Λόγος του Θεού βεβαίωσε: «Όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή με πίστη, θα τα λάβετε» (Ματθ. 21:22).

Έτσι, λοιπόν, η προσευχή όλα τα κατορθώνει. Αποτρέπει το ξέσπασμα της δίκαιης οργής του Θεού πάνω σε άνομους ανθρώπους ή ακόμα και ολόκληρους λαούς (βλ. Εξ. 32:11-14). Απαλλάσσει από τις αμαρτίες (Ιακ. 5:15). Καθαρίζει την καρδιά από τα πάθη, φωτίζει το νου και δίνει στον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος (Ψαλμ. 50:12-14· Λουκ, 11:13). Θεραπεύει τους ασθενείς (Ιακ. 5:15). Ανασταίνει τους νεκρούς (βλ. Πραξ. 9:40). Εξουσιάζει ακόμα και τη φύση, σταματώντας ή προκαλώντας τη βροχή, όπως έκανε ο προφήτης Ηλίας (Γ’ Βασ. 17:1,7· 18:1,41-45), βγάζοντας από την πέτρα νερό και ανοίγοντας δρόμο μέσ’ από τη θάλασσα, όπως έκανε ο Μωυσής (Εξ. 17:1-7· 14:13-31), χωρίζοντας στα δύο τον ποταμό Ιορδάνη, όπως έκανε ο Ελισαίος (Δ’ Βασ. 2:14), σταματώντας τον ήλιο, όπως έκανε ο Ιησούς του Ναυή (Ιησ. Ναυή 10:12-13) και φέρνοντάς τον πίσω, όπως έκανε ο Ησαΐας (Δ’ Βασ. 20; 11).

 

Από το βιβλίο: Γέροντος Ευστρατίου (Γκολοβάνσκι), Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών. Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2012. Ερωτήσεις 83, 104.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

ΚΑΤ’ ΑΡΧΑΣ, ΚΥΡΙΕ, ΤΗΝ ΓΗΝ ΕΘΕΜΕΛΙΩΣΑΣ Συγγραφέας: kantonopou


    Ένα σπίτι, για να οικοδομηθεί και είναι σταθερό και ασφαλές ανεξάρτητα με το πέρασμα του χρόνου, χρειάζεται γερά θεμέλια. Χρειάζεται βάσεις στέρεες. Το θεμέλιο είναι η αρχή. Και ο σχεδιαστής, ο αρχιτέκτονας που φροντίζει για να είναι το σπίτι άρτιο, βάζει τα καλύτερα υλικά στα θεμέλια. Αν είναι σεσαθρωμένα, τότε το σπίτι έχει ημερομηνία λήξης. Και η κατάρρευσή του θα συμπαρασύρει όσους κατοικούν σ’  αυτό. Τα ανθρώπινα σπίτια είναι χτισμένα κατ’  απομίμηση του μεγάλου σπιτιού, στο οποίο κατοικούμε όλοι μας. Κι αυτό είναι η γη και ο κόσμος. Μόνο που τα θεμέλια τους τα όρισε ο Τριαδικός Θεός. Αυτός δημιούργησε τον κόσμο και θεμελίωσε την σταθερότητά του στους φυσικούς νόμους, τους οποίους οι άνθρωποι με την επιστημονική πρόοδο αργά αλλά σταθερά ανακαλύπτουμε πώς λειτουργούν. Δεν είμαστε εμείς που τους ορίσαμε, αλλά ο Δημιουργός. Και είναι οι νόμοι τα θεμέλια του κόσμου. Το ίδιο και η σύσταση της γης και του σύμπαντος. Στοιχεία υγρά, στερεά και αέρια, τα οποία σε ενώσεις μεταξύ τους δε σχηματίζουν απλώς τον κόσμο. αλλά του δίνουν και την  ομορφιά, το κάλλος που το θαυμάζει ο καθένας, αλλά και τη δυνατότητα εντός του να υπάρχει ζωή, εκεί όπου όρισε ο Θεός. Νόμοι, κάλλος και ζωή τα θεμέλια λοιπόν του σύμπαντος. Και εντός του οι άνθρωποι, που καλούμαστε μέσω αυτών να θεμελιώσουμε και τη δική μας ζωή.

Μόνο που χωρίς το θεμέλιο της πίστης στον Τριαδικό Θεό, ο χρόνος θα μας νικήσει. Διότι  νόμοι, κάλλος και ζωή έχουν έναν υπέρτατο παράγοντα, ο οποίος τροποποιεί, αλλοιώνει, ομορφαίνει περαιτέρω, αλλά και υποτάσσει στην φθορά του τα πάντα. Είναι ο χρόνος. Μόνο ο Τριαδικός Θεός είναι υπεράνω του χρόνου. «Συ κατ’  αρχάς, Κύριε, την γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών σου εισίν οι ουρανοί . αυτοί απολούνται, συ δε διαμένεις . και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, και αλλαγήσονται . συ δε ο αυτός ει και τα έτη σου ουκ εκλείψουσι» (Εβρ. 1, 10-12). «Εσύ, Κύριε, αρχικά στερέωσες τη γη και έργο δικό σου είναι οι ουρανοί. Αυτοί θα εξαφανιστούν, ενώ εσύ παραμένεις. Τα πάντα θα παλιώσουνε σαν ρούχο. Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις,  και θ’  αλλάξουν. Εσύ όμως παραμένεις πάντα ο ίδιος, τα χρόνια σου ποτέ δε θα τελειώσουν».  Τα λόγια αυτά του Ψαλμωδού (Ψαλμός 101), τα οποία επαναλαμβάνει ο  απόστολος Παύλος στους Εβραίους επιβεβαιώνουν αυτή την μεγάλη και μοναδική αλήθεια. Ότι ο μόνος που είναι υπεράνω του χρόνου, είναι ο Δημιουργός Του. Κι όμως, με τη θέλησή Του, υπέστη τις συνέπειες του χρόνου και της φθοράς και ο Ίδιος, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση και παραδίδοντας τον εαυτό του με την θέλησή Του στον θάνατο. Την έσχατη συνέπεια του χρόνου. Κι αυτό από Αγάπη. Επομένως, «ο Θεός που είναι Αγάπη» είναι υπεράνω του χρόνου. Και η αγάπη είναι ο δρόμος για να μπορέσει και το τελειότερο από τα δημιουργήματά Του, δηλαδή ο άνθρωπος, να ενεργοποιήσει το δώρο της ομοίωσης που ο Θεός του έδωσε όταν τον δημιούργησε και να νικήσει με την σειρά του τον χρόνο, δια της πίστεως στον Χριστό και στην Ανάσταση, η οποία καταργεί τον έσχατο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο, δηλαδή τον χρόνο.

Για να φτάσουμε όμως στην νίκη εναντίον του χρόνου, χρειάζεται να ακολουθήσουμε στην πορεία μας εντός του, τα τρία στοιχεία που είναι τα θεμέλια. Τους νόμους, το κάλλος και τη ζωή. Νόμοι είναι το θέλημα του Θεού. Είναι το Ευαγγέλιο και η ζωή της Εκκλησίας με τις διδαχές της, που γίνονται κριτήριο για τη σχέση με τον Θεό, τον συνάνθρωπο, τον κόσμο, τον εαυτό μας. Και, όπως είπε ο Χριστός,  ο νόμος και οι προφήτες κρέμανται επάνω στις δύο μεγάλες εντολές, να αγαπάμε τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κάλλος είναι η απόφασή μας να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας την ασχήμια της αμαρτίας. Να μπορούμε να βλέπουμε στον κάθε άνθρωπο όχι τα αρνητικά του, ό,τι μας κάνει να χωριζόμαστε και μας ενοχλεί, αλλά να λειτουργούμε με καλό λόγο, με καλή σκέψη έναντί του. Είναι η απόφαση να είμαστε ελεύθεροι από πάθη και εξαρτήσεις και την ίδια στιγμή από την κακία. Είναι η δοξολογία του Θεού για ό,τι μας δίδει, ευχάριστο και δυσάρεστο. Και ζωή είναι ο αγώνας και ο κόπος να προχωρούμε με το όνομα του Θεού στις καρδιές μας. Με την βεβαιότητα της παρουσίας του. Με ασκητικότητα και υπομονή. Αλλά και θάρρος. Όχι ηττοπάθεια. Με διάκριση, αλλά και αποφασιστικότητα. Για να δημιουργούμε, όχι μόνο υλικά, κοινωνικά, διανοητικά, αλλά κυρίως πνευματικά. Να μιλάμε και να ζούμε τον Θεό. Στη θεωρία και την πράξη.

Αυτός ο τρόπος υπέρβασης του χρόνου και κοινωνίας με τον τριαδικό Θεό στο πρόσωπο του Χριστού βιώνεται στην Εκκλησία. Σ’  αυτήν απαντούμε τα θεμέλια της δικής μας πορείας, διότι αυτήν ίδρυσε ο ίδιος ο Κύριος με το Αίμα Του. Τους νόμους του Θεού, την ομορφιά της πνευματικής ζωής, αλλά και την χαρά της μετοχής όλου του ανθρώπου στον τρόπο της προσευχής, την θέα του χώρου, την ανα-νοηματοδότηση του χρόνου μέσω της θείας λειτουργίας, όπως επίσης και την απόφαση για μία αλλιώτικη ζωή. Είναι ο δρόμος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Αυτός που μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε ότι τον Θεό μπορούμε να Τον κοινωνήσουμε στο πρόσωπο του Χριστού και δια της μετοχής στις ενέργειές Του. Σ’  αυτές δηλαδή που θεμελίωσαν τον κόσμο, αλλά και σ’  αυτές που Τον αναδημιούργησαν. Την Ενσάρκωση, την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη. Στην Εκκλησία και στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού εμπεριέχεται η κοινωνία της αιωνιότητας, δηλαδή της υπέρβασης του χρόνου, η οποία θα βιωθεί στην πληρότητά της κατά την αλλαγή του κόσμου στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Και στον δικό μας αγώνα δια των θεμελίων η επιθυμία για μετοχή σ’  αυτήν.

Ζούμε σ’  έναν κόσμο απομακρυσμένο από τον Θεό. Οι νόμοι του Θεού αντικαταστάθηκαν από τους ανθρώπινους νόμους της επιδίωξης της ευτυχίας δια του θριάμβου του εγώ και του περιορισμού της κοινωνίας στην εξυπηρέτηση των ατομικών συμφερόντων, επιδιώξεων, επιθυμιών. Το κάλλος του κόσμου αντικαταστάθηκε από το κάλλος και τη λαγνεία του σώματος και μάλιστα του αντικειμενοποιημένου. Η ζωή απότην επιτυχία, τη δόξα, την κατανάλωση. Έτσι ο άνθρωπος πέφτει στην παγίδα να πιστέψει ότι δεν υπάρχει τέλος του χρόνου και φθορά. Διαγράφοντας τον Θεό από θεμέλιο της ζωής του, την στερέωσε στον εαυτό του και τα επιτεύγματά του. Η ήττα ήταν και είναι αναπόφευκτη. Ας επιστρέψουμε λοιπόν στην θεμελίωση της ζωής μας στον Τριαδικό Θεό και εντός της Εκκλησίας ας ξαναβρούμε τον δρόμο που θα μας επαναφέρει στην όντως ζωή.

Κέρκυρα, 27 Μαρτίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/