Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Η θεικη ευδοκια και η ανθρωπινη αγαπη

«Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα»
«εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν».
Κατά την εορτή των Αγίων Θεοφανείων ψάλλει η εκκλησία αυτόν τον ύμνο, ο οποίος εξυμνεί δυο γεγονότα: την φανέρωση του Τριαδικού Θεού σ΄εμας, και τον ερχομό «ἐν ὀνόματι Κυρίου» του Ανθρώπου-Θεού Ιησού Χριστού.
Την ημέρα των Θεοφανείων αποκαλύφτηκε ο Τριαδικός Θεός στον άνθρωπο, αλλά και ο Άνθρωπος στον Θεό, δηλαδή ο άνθρωπος ο οποίος ευαρέστησε την καρδιά του Θεού. Αυτός είναι ο αγαπητός υιός και άνθρωπος «ἐν ᾧ εὐδόκησε» ο Θεός.
Αποκαλύφτηκε σ΄εμάς επίσης πως πραγματοποιείται η του Θεού ευδοκία, και έγινε φανερή η προτύπωση της εικόνας που οφείλουμε να την έχουμε και να την διατηρούμε για να ευαρεστούμε τον Θεό.
Την ωραιότητη αναφώνηση με την οποία ονομάζει ο Θεός Πατέρας τον ευάρεστο προς αυτόν άνθρωπο ήταν: «ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Ο Θεός «ἀγάπη ἐστί», αγαπά όλους χωρίς διάκριση, αλλά ο αγαπητός από τον Πατέρα υιός, είναι ακριβώς εκείνος ο οποίος αγαπά τον Πατέρα. Δηλαδή το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εικόνας που εμφανίστηκε και ευφραίνει την καρδιά του Θεού δεν είναι μόνο η εικόνα του αγαπημένου ανθρώπου που τον δημιούργησε ο Θεός, όσο είναι η εικόνα του ανθρώπου ο οποίος αγαπά τον ουράνιο Πατέρα μέχρι τέλους, μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού.
Κατά καιρούς προσπάθησαν οι άνθρωποι, χριστιανοί ή μη,  να ικανοποιούν τους Θεούς τους, ο καθένας ανάλογα με την πίστη του. Και πρόσφεραν στους θεούς λατρείες και θυσίες με σκοπό να κερδίσουν την ικανοποίησή τους. Έτσι οι πατέρες της Παλιάς Διαθήκης φύλαξαν τις εντολές του Θεού κατά γράμμα, και πρόσφεραν θυσίες και ολοκαυτώματα ως σημάδι συμφιλίωσης με τον Θεό. Οι προφήτες όμως ανάγγελλαν πολλές φορές ότι ο Θεός δεν ευαρεστείται με ολοκαυτώματα, ούτε συμφιλιώνεται με προσφορές, διότι η μετάνοια είναι η αληθινή εκδήλωση συμφιλίωσης, και η θυσία «τῷ Θεῷ» είναι πνεύμα συντετριμμένο και ταπεινωμένο.
Ο Θεός «ἀγάπη ἐστί», και θέλει όλα τα παιδιά Του να είναι πάντοτε «αγαπητά». Η σχέση μας με τον Θεό δεν μπορεί να είναι ούτε από φόβο ούτε για συμφέροντα, αλλά μόνο σχέση αγάπης, γι΄αυτό εκείνο που προσδοκεί και προσμένει από μας είναι η αγάπη.
Οι νηστείες, οι προσευχές, οι αγαθοεργίες, οι ελεημοσύνες, και όλες οι ποικίλες αρετές δεν τις χρειάζεται από μας ο Θεός, αλλά εμείς τις έχουμε ανάγκη, όχι για να τις προσφέρουμε σαν λύτρα ή εξιλέωση, διότι ο Θεός ούτε κριτής είναι ούτε δικαστής. Αλλά είναι Θεός της αγάπης. Όλες οι αρετές είναι αναγκαίες για να πλημμυρίζουν την καρδιά μας με την αγάπη του Θεού και του συνανθρώπου. Οι αρετές είναι τα μέσα που η αξιολόγησή τους βρίσκεται στο κατά πόσο μπορούν να μας μεταβάλλουν από σκληρούς ανθρώπους σε ευσπλαχνικούς, και να μεταστρέφουν την αγάπη μας από ασταθές πράγματα προς το Ένα, που είναι ο Ουράνιος μας Πατέρας.
Νηστεύουμε για να αγαπάμε τον Θεό, προσευχόμαστε και ευεργετούμε για τον ίδιο σκοπό… Όποια αρετή που δεν μας οδηγεί σε περισσότερη αγάπη και σε μεγαλύτερο έρωτα προς το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και του πλησίον μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο κόποι χωρίς καρπούς.
Ο Θεός είναι αγάπη και προσμένει από μας να τον αγαπούμε, και σ΄αυτό το σημείο εντάσσεται η σωτηρία μας.
Ο Θεός ευδόκησε όταν μπόρεσε να καλεί τον Μονογενή του Υιό «αγαπητό», και περιμένει να μας αποκαλεί με το ίδιο επίθετο. Ο Θεός φανερώθηκε την ημέρα των Θεοφανείων ως φιλάνθρωπος Πατέρας, και οφείλουμε σ΄αυτή την γιορτή να  προσευχόμαστε για να γινόμαστε και εμείς παιδία Του αγαπητά και ευσπλαχνικοί άνθρωποι, τότε μπορεί να καλεί τον καθένα από μας: «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Άμεν.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Τί εἶναι τά πάθη; Εἶναι οἱ ψυχικές δυνάμεις πού πῆραν λάθος κατεύθυνση. Γέροντα Παΐσιο:



«Ρώτησαν κάποτε τὸ Γέροντα Παΐσιο:
- Γέροντα, ὅταν ὁ Προφήτης Δαβὶδ ἔλεγε : «Πνεύματι  ἡγεμονικῷ στήριξόν με», τί ζητοῦσε; 
- Ὁ Δαβὶδ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώση διοικητικὸ χάρισμα, ἐπειδὴ εἶχε νὰ κυβερνήσῃ ἀνθρώπους. Ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε ἄνθρωπος χρειάζεται «πνεῦμα ἡγεμονικό», γιατί ἔχει νὰ κυβερνήσῃ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ μὴν τὸν κάνουν κουμάντο τὰ πάθη του. 
- Γέροντα, τί εἶναι τὰ πάθη; 
- Ἐγὼ τὰ πάθη τὰ βλέπω σὰν δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ὁ Θεὸς δὲν δίνει ἐλαττώματα ἀλλὰ δυνάμεις. Ὅταν ὅμως δὲν ἀξιοποιοῦμε αὐτὲς τὶς δυνάμεις γιὰ τὸ καλό, ἔρχεται τὸ ταγκαλάκι, τὶς ἐκμεταλλεύεται καὶ γίνονται πάθη, καὶ ὕστερα γκρινιάζουμε καὶ τὰ βάζουμε μὲ τὸν Θεό. Ἐνῶ, ἂν τὶς ἀξιοποιήσουμε στρέφοντάς τες ἐναντίον τοῦ κακοῦ, μᾶς βοηθοῦν στὸν πνευματικὸ ἀγώνα.

Ὁ θυμὸς λ.χ. δείχνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἔχει ἀνδρισμό, ὁ ὁποῖος βοηθάει στὴν πνευματικὴ ζωή. Κάποιος, ποὺ δὲν εἶναι θυμώδης καὶ δὲν ἔχει ἀνδρισμὸ δὲν μπορεῖ νὰ βάλη εὔκολα τὸν ἑαυτό του στὴν θέση του. Ὁ θυμώδης ἄνθρωπος, ἂν ἀξιοποιήση στὴν πνευματικὴ ζωὴ τὴ δύναμη ποὺ ἔχει, εἶναι σὰν ἕνα γερὸ αὐτοκίνητο ποὺ πιάνει τὴν εὐθεία καὶ κανεὶς δὲν τὸ φθάνει. Ἂν ὅμως δὲν τὴν ἀξιοποιήση καὶ ἀφήνη ἀνεξέλεγκτο τὸν ἑαυτό του, μοιάζει μὲ αὐτοκίνητο ποὺ τρέχει μὲ ὑπερβολικὴ ταχύτητα σὲ ἀνώμαλο δρόμο καὶ κάθε τόσο ἐκτροχιάζεται. 
Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ γνωρίση τὶς δυνάμεις, ποὺ ἔχει καὶ νὰ τὶς στρέψη στὸ καλό. Ἔτσι θὰ φθάση , μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση.
Τὸν ἐγωισμὸ λ.χ. νὰ τὸν στρέψη ἐναντίον τοῦ διαβόλου καὶ νὰ μὴν τὸ βάζη κάτω, ὅταν πάη καὶ τὸν πειράζη. Τὴν τάση γιὰ φλυαρία νὰ τὴν ἁγιάση καλλιεργώντας τὴν εὐχή. Δὲν εἶναι καλύτερα νὰ μιλάη μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἁγιάζεται παρὰ νὰ φλυαρῆ καὶ νὰ ἁμαρτάνη; Ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὸ πῶς θὰ χρησιμοποιήση ὁ ἄνθρωπος τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, μπορεῖ νὰ γίνη καλὸς ἡ κακὸς»[1]. 
Ἀπό τά ἀνωτέρω καταλαβαίνουμε ὅτι τά πάθη εἶναι δυνάμεις τῆς ψυχῆς, πού δέν χρησιμοποιοῦνται γιά τό καλό. Ἀντί νά μᾶς βοηθοῦν νά πλησιάσουμε καί νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό, μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό Αὐτόν. Θά πρέπει νά γνωρίσουμε αὐτές τίς ψυχικές μας δυνάμεις, οἱ ὁποῖες εἶναι Θεῖο δῶρο καί νά τίς ἀξιοποιήσουμε ὥστε νά δοξάσουμε τόν Θεό καί νά εὐεργετήσουμε τούς συνανθρώπους μας.
Τόν θυμό (θυμικό τῆς ψυχῆς), γιά παράδειγμα, μᾶς  τόν δώρησε ὁ Θεός, γιά νά συγκρατοῦμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τό κακό· γιά νά καταστρέφουμε τούς κακούς λογισμούς, πού σπέρνει ὁ πονηρός καί τίς κακές ἐπιθυμίες, πού ἐκεῖνος ἐμβάλλει στήν ψυχή μας. Χρησιμοποιώντας  σωστά τόν θυμό μποροῦμε νά κινηθοῦμε πρός τόν Θεό μέ ὁρμή, μέ προθυμία καί ἀποφασιστικότητα. Ἐμεῖς ἀντίθετα χρησιμοποιοῦμε τόν θυμό γιά νά ὑπερασπιστοῦμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά ἐκδικηθοῦμε, γιά νά ἐπιτεθοῦμε ἐναντίον τῶν συνανθρώπων μας. Ἡ διόρθωση αὐτῆς τῆς κακῆς κατεύθυνσης τοῦ θυμικοῦ ἐπιτυγχάνεται μέ τήν καθολική ἀγάπη, τήν σιωπή καί τήν προσευχή.
Τήν ἐπιθυμία (ἐπιθυμητικό τῆς ψυχῆς), μᾶς τήν δώρησε, γιά νά ἐπιθυμοῦμε,  γιά νά ἀγαποῦμε τόν Θεό. Ἐμεῖς ἀντίθετα τήν χρησιμοποιήσουμε γιά νά ἐπιθυμήσουμε τά πράγματα τοῦ κόσμου, τίς σαρκικές ἡδονές, τά χρήματα καί τήν μάταιη κοσμική δόξα. Θεραπεία αὐτῆς τῆς κακῆς κατεὐθυνσης τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ἐπιτυγχάνεται μέ τήν περιεκτική ἐγκράτεια (ἐγκράτεια στήν τροφή, στόν ὕπνο, στήν σωματική ἀνάπαυση, στήν γλῶσσα, στίς μετακινήσεις).
Τόν ἐγωισμό γιά νά μήν τό «βάζουμε κάτω» καί καταθέτουμε τά ὅπλα στόν ἀγῶνα μέ τόν ἀντίδικο.  Ἐμεῖς τόν χρησιμοποιοῦμε γιά νά πολεμήσουμε τούς ἀδελφούς μας ἤ ἀκόμη καί αὐτόν τόν Θεό.
Τήν σκέψη-νοῦ-λογική, (τό λογιστικό τῆς ψυχῆς) γιά νά προσευχόμαστε ἀδιάλειπτα καί ὄχι γιά νά μετεωριζόμαστε καλλιεργώντας ποικίλους λογισμούς. Ἡ θεραπεία τοῦ μετεωρισμοῦ ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή.
Ὅταν λειτουργοῦμε ἔτσι τά Θεῖα δῶρα,τότε πραγματώνουμε τό σκοπό τῆς ὕπαρξής μας καί ὁμοιάζουμε στόν Θεό, πού δέν ἔχει πάθη, ἀλλά Θεῖες Δυνάμεις καί Ἐνέργειες εὐεργετικές γιά ὅλην τήν κτίση.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://HristosPanagia3.blogspot.com

[1]Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, «Πάθη καί ἀρετές», Λόγοι Ε΄, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2007.                                                                                                                                                                                                                                         

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Ζαχαρίας Ζαχάρου - Αρχιμανδρίτης Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας


Η καλλιέργεια της καρδιάς με τη νήψη και την προσευχή

25 Ιανουαρίου 2013
Βασικός παράγοντας για την καλλιέργεια της καρδιάς και την άσκηση της προσευχής είναι η προσοχή. Για να στρέψει ο άνθρωπος τον νου στην καρδιά του και ακολούθως στον Θεό, χρειάζεται να ενεργοποιήσει ιδιαίτερα την προσοχή του. Με την προσοχή συγκεντρώνεται ο όλος άνθρωπος στην προσπάθεια να σταθεί στην παρουσία του Θεού και να εκπληρώσει τις εντολές Του.
Η προσπάθεια αυτή στην ασκητική παράδοση ονομάζεται νήψη ή τήρηση του νου. Η νήψη είναι απαραίτητη στην προσευχή για την εκπλήρωση της πρώτης και μεγάλης εντολής, της αγάπης προς τον Θεό. Ελέγχει κάθε κίνηση του νου και της καρδιάς, ώστε η στροφή του ανθρώπου προς τον Θεό να είναι καθολική και σύμφωνη με το Πνεύμα Του. Ο Θεός είναι ζηλωτής και επιθυμεί ολόκληρη την καρδιά του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ο χριστιανός από την αρχή της ημέρας ρυθμίζει τη στάση του ενώπιον του Θεού. Τοποθετεί τον νου στην καρδιά του και διατηρεί τα νοήματα και τις αισθήσεις του στην παρουσία τού Κυρίου.
Οι «σκληροί λόγοι» των αγίων Γραφών προκαλούν στην καρδιά προφητικό «συσσεισμό». Όπως κατά την ήμερα της Πεντηκοστής έπνευσε πρώτα η βίαιη πνοή και ύστερα ξεχύθηκε το Άγιο Πνεύμα «επί πάσαν σάρκα», έτσι και τώρα ο πνευματικός συσσεισμός κάνει να αναφανεί η καινή καρδιά· όχι η λίθινη, αλλά η ευαίσθητη που είναι ικανή να προσλάβει το χάρισμα της Πεντηκοστής. Η καρδιά αυτή είναι τόσο πολύτιμη ενώπιον του Κυρίου, ώστε κάθε κραυγή ή επίκληση της συγκεντρώνει όλη την προσοχή Του και ελκύει τη χάρη Του.
Στην ίδια προοπτική εντάσσεται και η εκούσια άσκηση της αυτομεμψίας. Κρίνοντας αυστηρά τον εαυτό του ο άνθρωπος συντρίβεται και συνάγει όλο τον νου στην καρδιά. Τότε μπορεί να βοά «εν όλη καρδία» προς τον Θεό και να δέχεται από Αυτόν τη δικαίωση. Έτσι επιτελείται η νήψη και δυσχεραίνεται η διείσδυση του εχθρού με δόλιο τρόπο στην καρδιά του πιστού.
Η προσοχή του πιστού κατά την προσευχή, που ονομάζεται και ευκτική προσοχή, πρέπει να συνοδεύεται με αυτοπεριορισμό και υπομονή. Αυτά παρεμποδίζουν τη διάχυση του νου και τον διατηρούν απερίσπαστο στο έργο της προσευχής. Αλλά και η ίδια η προσευχή, όπως έχει διαμορφωθεί στην ορθόδοξη παράδοση ως μονολόγιστη επίκληση του Ονόματος του Κυρίου, συντελεί προς τον σκοπό αυτό: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».
Στο πρώτο μέρος της ευχής αυτής περικλείεται ομολογία πίστεως στη θεότητα του Χριστού αλλά και σε όλη την Αγία Τριάδα. Στο δεύτερο μέρος, «ελέησόν με», γίνεται η εξομολόγηση του προσευχομένου· αναγνωρίζεται η πτώση (παγκόσμια και προσωπική), η αμαρτωλότητα και η ανάγκη για τη λύτρωση. Και τα δύο μέρη της ευχής, η ομολογία πίστεως και η μετάνοια του προσευχομένου, δίνουν πληρότητα και περιεχόμενο στην προσευχή.
Η μονολόγιστη αυτή προσευχή γίνεται κατ’ αρχάς προφορικά. Ακολούθως τελείται με τον νου και τελικά, με τη συνεργεία της χάριτος, ο νους κατεβαίνει στη βαθειά καρδιά του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό, η προσευχή αυτή ονομάζεται νοερά ή καρδιακή.
Με τη διαρκή επίκληση του Ονόματος του Χριστού και την προσήλωση του νου στις λέξεις της προσευχής καλλιεργείται μια μόνιμη ευχητική διάθεση. Έτσι η προσευχή γίνεται ο φυσικός τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, το ένδυμα της ψυχής του και η αυτενέργητη αντίδραση της καρδιάς του σε κάθε φαινόμενο του πνευματικού κόσμου. Η πνευματική αυτή κατάσταση έχει μεγάλη σπουδαιότητα κατά την ώρα του θανάτου. Η ασκητική εργασία της νοεράς προσευχής αποβαίνει εξάσκηση και προετοιμασία για το τέλος της επίγειας ζωής, ώστε η γέννηση του πιστού στην ουράνια ζωή να συντελεσθεί όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα και ακίνδυνα.
Η κάθοδος του νου στην καρδιά του ανθρώπου δεν πραγματοποιείται με τεχνητά μέσα, Όπως είναι η στάση του σώματος ή η ελεγχόμενη αναπνοή. Βέβαια και τα μέσα αυτά δεν είναι τελείως άχρηστα, αλλά μπορούν να χρησιμοποιούνται βοηθητικά κατά τα πρώτα στάδια της πνευματικής ζωής, πάντοτε με την επίβλεψη του πνευματικού οδηγού και την ταπεινή στάση του αρχάριου μαθητή. Ο κυριότερος παράγοντας για την κατάβαση τού νου και την ένωσή του με την καρδιά είναι η χάρη του Θεού.
Πολλές φορές επικρατεί σύγχυση και πλάνη μεταξύ των αμαθών ανθρώπων των ήμερων μας, που έχει ως αποτέλεσμα την ανάμειξη της ευχής του Ιησού με τη γιόγκα του Βουδισμού, τον «υπερβατικό διαλογισμό» και τα όμοια απότοκα της Ανατολής. Η ομοιότητα όμως που υπάρχει ανάμεσά τους είναι εξωτερική και σε πολύ κατώτερο επίπεδο. Η ριζική διαφορά του Χριστιανισμού από τις άλλες δοξασίες έγκειται στο ότι η προσευχή του Ιησού είναι θεμελιωμένη στην Αποκάλυψη του Ζώντος και Προσωπικού Θεού της Αγίας Τριάδος. Στους άλλους δρόμους δεν είναι δυνατή η καλλιέργεια προσωπικής σχέσεως μεταξύ του Θεού και του προσευχομένου.
Στον ασκητισμό της μη χριστιανικής ανατολής προβάλλεται η άσκηση της νοεράς απεκδύσεως από κάθε σχετικό και παρερχόμενο, για να ταυτισθεί ο άνθρωπος με κάποιο απρόσωπο Απόλυτο, με το οποίο πιστεύεται ότι είναι του ιδίου γένους, αλλά υπέστη υποβάθμιση και φθορά με τον ερχομό του στην πολύμορφη και μεταβαλλόμενη ζωή του παρόντος αιώνος. Η άσκηση αυτή είναι εγωκεντρική και βασίζεται στη θέληση του ανθρώπου. Έχει χαρακτήρα περισσότερο διανοητικό και δεν συνδέεται καθόλου με την καρδιά. Στην ασκητική αυτή παράδοση ο άνθρωπος αγωνίζεται να επιστρέψει στο ανώνυμο υπερπροσωπικό Απόλυτο και να ανακραθεί με αυτό. Επιθυμεί να σβήσει την ψυχή (atman) στον ανώνυμο ωκεανό του Υπερπροσωπικού Απολύτου.
Για να φθάσει στο τέλος αυτό, ο ασκητής των ανατολικών θρησκειών αγωνίζεται να απεκδυθεί κάθε πάθος και μορφή αστάθειας της παροδικής υπάρξεως και να βυ¬θισθεί σε κάποια αφηρημένη νοητή σφαίρα της καθαράς Υπάρξεως. Η άσκηση αυτή είναι αρνητική και απρόσωπη. Δεν έχει θεωρία Θεού αλλά αυτοθεωρία ανθρώπου. Η καρδιά δεν μετέχει. Πουθενά στις Ουπανισάδες δεν αναφέρεται η υπερηφάνεια ως εμπόδιο για την άσκηση ή η ταπείνωση ως αρετή. Η πρόοδος στη μορφή αυτή του ασκητισμού εξαρτάται από τη θέληση του ιδίου του ανθρώπου που την προκαθορίζει. Απουσιάζει επίσης η θετική διάσταση της ασκήσεως ως πρόσληψη υπερφυσικής ζωής, που έχει πηγή μόνο τον Θεό της αποκαλύψεως. Η τεχνική απέκδυση που εφαρμόζεται στον Βουδισμό, και στην πιο εξευγενισμένη εκδήλωσή του, δεν αποτελεί παρά μόνο το ασήμαντο ήμισυ της υποθέσεως. Υπάρχει ο κίνδυνος, όταν ο νους βρίσκεται γυμνός στον «γνόφο της απεκδύσεως», να στραφεί προς τον εαυτό του, να θαυμάσει το φωτεινό αλλά κτιστό του κάλλος και να «λατρεύσει τη κτίσει παρά τον κτίσαντα». Και τότε, κατά τον λύγο του Κυρίου, «γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου… χείρονα των πρώτων».
Η θεωρία λοιπόν αυτή της Ανατολής δεν είναι θεωρία Θεού αλλά αυτοθεωρία ανθρώπου. Δεν ξεπερνά τα όρια του κτιστού ούτε εγγίζει το πρωταρχικό Είναι του Ζώντος Θεού της αποκαλύψεως. Μπορεί ενδεχομένως η άσκηση αυτή να επιφέρει κάποια ανάπαυση και να οξύνει τις ψυχικές και διανοητικές λειτουργίες του ανθρώπου, αλλά «το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ έστι» και «Θεώ αρέσαι ου δύναται».
Η πλέον αυθεντική απέκδυση του νου από κάθε εμπαθή προσκόλληση στα ορατά και παρερχόμενα στοιχεία αυτού του κόσμου κατορθώνεται με φυσιολογικό τρόπο στη ζέση της μετανοίας. Ο καρδιακός πόνος που γεννάται από τη χάρη της μετανοίας, όχι μόνο αποδε¬σμεύει τον νου από τα φθαρτά, αλλά και τον συνάπτει στα αόρατα και αιώνια. Δηλαδή, η απέκδυση είναι, όπως μόλις είπαμε, μόνο το ήμισυ της υποθέσεως και αφορά τον ανθρώπινο παράγοντα στο κτιστό επίπεδο της υπάρξεως. Στον Χριστιανισμό, όμως, υπάρχει και η επένδυση της ψυχής με τη συνακόλουθη χάρη του Θεού και είναι πλήρωμα ζωής αθανάτου.
Πολλοί θαυμάζουν τον Βούδα και τον παραβάλλουν με τον Χριστό. Λέγεται ότι ό Βούδας σπλαχνίσθηκε τήν ανθρώπινη δυστυχία και με ωραία λόγια δίδαξε τη δυνατότητα και τον τρόπο να αποσπάται ο άνθρωπος από τα παθήματα και να μην τα αισθάνεται. Ωστόσο, ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο Χριστός, με τα Πάθη, τον Σταυρό, τον θάνατο και την Ανάστασή Του προσέλαβε τον πόνο εκούσια και αναμάρτητα και τον μετέβαλε σε μέσο εκφράσεως της τέλειας αγάπης Του. Με αυτήν θεράπευσε το πλάσμα Του από το μέγα τραύμα της προπατορικής αμαρτίας και το απεργάσθηκε «καινήν κτίσιν». Γι’ αυτό ο πόνος είναι τόσο πολύτιμος στην άσκηση της ευχής, και η παρουσία του είναι ένδειξη ότι ο ασκητής δεν είναι μακριά από την αληθινή και άγια οδό της αγάπης προς τον Θεό. Την αγάπη αυτή εκφράζει ο άνθρωπος με την προσευχή του.
Κατά συνέπεια, η προσευχή είναι θέμα αγάπης. Αν προσευχόμαστε, σημαίνει ότι αγαπάμε τον Θεό. Αν αγαπάμε τον Θεό, προσευχόμαστε. Το μέτρο της προσευχής φανερώνει το μέτρο της αγάπης που έχουμε για τον Θεό. Έτσι, ο άγιος Σιλουανός ταυτίζει τη μνήμη του Θεού με την προσευχή, ενώ οι άγιοι Πατέρες λένε ότι η λήθη του Θεού συνιστά το μεγαλύτερο πάθος. Όταν μας πολεμεί ένα πάθος, μπορούμε και εμείς να του αντιταχθούμε με το Όνομα του Θεού. Όσο πιο πολύ ταπεινώνουμε τον εαυτό μας και καλούμε τον Θεό σε βοήθεια μας, τόσο πιο δυνατοί γινόμαστε και νικούμε το πάθος. Όταν όμως λησμονούμε τον Θεό, ο εχθρός μας φονεύει ολοσχερώς. Γι’ αυτό και οι Πατέρες επισημαίνουν ότι η λήθη του Θεού είναι το μεγαλύτερο πάθος.
(Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, «Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος», εκδ. Ι. Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας. 2012, σ. 110-116)

Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ - ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΕΣΣΕΧ


Η άσκηση της προσευχής του Ιησού ως ουράνιο δώρο

5 Αυγούστου 2014
Η ευλαβική άσκηση της προσευχής αυτής οδηγεί τον άνθρωπο σε συνάντηση με πολλές αντίθετες ενέργειες κρυμμένες στην ατμόσφαιρα. Προσφερόμενη στην κατάσταση βαθειάς μετάνοιας διεισδύει στο χώρο, που βρίσκεται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α’ Κορ. 1,19). Στις πλέον εντατικές εκδηλώσεις της, χρειάζεται ή μεγάλη πείρα ή καθοδηγητής. Είναι απαραίτητη σε όλους ανεξαιρέτως που την ασκούν, η νηπτική περίσκεψη, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή σε κάθε επερχόμενο σ’ αυτούς. Τότε αυτή γίνεται δύναμη, η οποία ενώνει το πνεύμα μας με το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθηση της ζώσας παρουσίας της αιωνιότητας μέσα μας, έχοντάς μας ήδη οδηγήσει δια μέσου αβύσσων σκότους κρυμμένων μέσα μας.
Η προσευχή αυτή είναι μεγάλο δώρο του ουρανού προς τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα.
prihs3o2
Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (για να μην πω η άσκηση) στη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτό να παραβάλω αυτήν προς την φυσική ζωή του κόσμου μας και να φέρω παραδείγματα από γνωστών σε μας γεγονότων της σύγχρονης επικαιρότητας. Οι αθλητές, προετοιμαζόμενοι για τους αγώνες, επαναλαμβάνουν για πολύ καιρό τις ίδιες ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά τη στιγμή της διεξαγωγής τους, με ταχύτητα και με βεβαιότητα, και τρόπον τινά μηχανικά, όλες τις κινήσεις, τις οποίες ήδη αφομοίωσαν. Από τον αριθμό των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότητα της αποδόσεως. Θα διηγηθώ ακόμα ένα γεγονός, που συνέβη σε κύκλο, γνωστών σε μένα προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω εκείνα, που άκουσα από ένα πλησιέστερο άνθρωπο προς τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται.
Σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη δύο αδελφοί νυμφεύθηκαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέες. Η μία ήταν γιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρα. Η άλλη ήταν ωραιότερη, δραστήρια, ευγενής αλλ’ όχι ιδιαίτερα ευφυής. Όταν πλησίαζε ο καιρός του τοκετού και για τις δύο, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρία ακολουθώντας την νεοεμφανισθείσα μέθοδο του «ανώδυνου τοκετού». Η πρώτη, η γιατρός, αμέσως κατανόησε όλο τον μηχανισμό της μεθόδου αυτής και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθορισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τις ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατανόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφάρμοζε τις γνώσεις της.
Η άλλη δεν γνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε ήθελε να ασχοληθεί με τη θεωρητική πλευρά της μεθόδου αυτής, αλλά παραδόθηκε απλά με ζήλο στην επανάληψη των καθορισμένων κινήσεων του σώματος. Αφού δε τις αφομοίωσε, όταν έφθασε η στιγμή, πήγε για τον τοκετό. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμή του τοκετού από τις πρώτες ήδη ώδινες δεν θυμήθηκε τη θεωρία και γέννησε με μεγάλη δυσκολία, «εν λύπαις» (Γεν. 3,16)· η δε άλλη γέννησε χωρίς πόνους και σχεδόν χωρίς δυσκολία.
Έτσι θα συμβεί και σε μας. Ο σύγχρονος και μορφωμένος άνθρωπος είναι σε θέση να κατανοήσει το «μηχανισμό» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθεί δύο ή τρεις εβδομάδες με κάποιο ζήλο, να διαβάσει λίγα βιβλία, και να, ο ίδιος μπορεί στα ήδη γραμμένα βιβλία να προσθέσει και το δικό του. Κατά την ώρα όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασή μας υποβάλλεται σε βιαία διάσπαση, όταν ο νους θολώνεται και η καρδία αισθάνεται ισχυρούς πόνους ή εξασθένηση, τότε όλες οι θεωρητικές μας γνώσεις εξαφανίζονται και η προσευχή μπορεί να χαθεί.
Είναι αναγκαίο να προσευχόμαστε για χρόνια. Να διαβάζουμε λίγο, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο αφορά στη προσευχή και συνεργεί, κατά το περιεχόμενό του, στην ενίσχυση της έλξεως προς προσευχή μετανοίας με την εσωτερική διαφύλαξη του νου. Από τη μακροχρόνια επανάληψη η προσευχή γίνεται φύση της υπάρξεώς μας, φυσική αντίδραση σε κάθε φαινόμενο στην πνευματική σφαίρα, είτε αυτό είναι φως, είτε σκοτάδι, είτε εμφάνιση αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη – με ένα λόγο, σε κάθε καιρό και περίσταση.
Με τέτοιο είδος προσευχής η γέννησή μας για την ουράνια ζωή μπορεί πραγματικά να γίνει ανώδυνη.
Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, που αποκαλύπτει σε μας τα έσχατα βάθη του άναρχου Όντος, είναι σύντομη, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξη σε πλάτος. Η τελειότητα που φανερώθηκε δια του Χριστού είναι ανέφικτη στα όρια της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους περνά αυτός που ασκεί την προσευχή αυτή, είναι απερίγραπτη. Η άσκηση της προσευχής αυτής οδηγεί κατά παράδοξο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου σε συνάντηση με δυνάμεις κρυμμένες εν τω «Κόσμω». Η προσευχή με το όνομα του Ιησού προκαλεί εναντίον της επίθεση από τις κοσμικές δυνάμεις, ή καλλίτερα, την πάλη με τους κοσμοκράτορες «του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ. 6,12). Αυτή, ανυψώνοντας τον άνθρωπο σε σφαίρες πέραν των ορίων της γήινης σοφίας, στις ύψιστες μορφές αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».
Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσία της είναι πάνω από κάθε εξωτερικό σχήμα, στη πράξη όμως οι πιστοί λόγω της ανικανότητας τους να σταθούν σε αυτή με καθαρό νου για πολύ καιρό, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνι για λόγους πειθαρχίας. Στο Άγιο Όρος του Άθω το πλέον διαδεδομένο κομβοσχοίνι έχει εκατό κόμβους διαιρεμένους σε τέσσερα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών την ημέρα και τη νύκτα, ορίζεται ανάλογα με τη δύναμη του καθενός και των πραγματικών συνθηκών της ζωής του.
(Αρχιμ. Σωφρονίου, «Περί προσευχής»)

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Πρόσωπο καί ἄτομο, Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

 
Διαβάζοντας διάφορα σύγχρονα κείμενα πού γράφονται ἀπό θεολογοῦντες καί φιλοσοφοῦντες βλέπω νά γίνεται λόγος γιά τόν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι πρόσωπο, ὁρίζεται ὡς προσωπικότητα, καί ὅτι τό πρόσωπο διαφέρει ἀπό τό ἄτομο καί ἡ προσωπικότητα διαφέρει ἀπό τήν ἀτομικότητα. Ὁρίζεται ὅτι πρόσωπο εἶναι αὐτός πού διακρίνεται γιά τήν ἀγάπη, τήν ἐλευθερία καί τήν αἰώνια μοναδικότητα τῆς ὕπαρξης, ἐνῶ ἄτομο εἶναι μιά βιολογική ἔννοια πού ἁπλῶς προσμετρᾶται.
Πρίν πολλά χρόνια πολλοί εἴχαμε ἐπηρεασθῆ ἀπό τέτοιες ἀναλύσεις καί χρησιμοποιούσαμε αὐτές τίς ἔννοιες, ὁριοθετώντας τήν διαφορά μεταξύ προσώ­που καί ἀτόμου. Ὅμως, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου κατάλαβα ὅτι αὐτές οἱ ἔννοιες προέρχονται κυρίως ἀπό τήν δυτική θεολογία, φιλοσοφία καί κοινωνιολογία, καί δέν ἔχουν οὐσιαστική σχέση μέ τήν πατερική θεολογία.
Αὐτό τό θέμα τό ἔχω θίξει σέ διάφορα πρόσφατα δημοσιευθέντα κείμενα, ἀλλά στό ἄρθρο αὐτό θά τονισθοῦν μέ ἁπλό καί σύντομο τρόπο μερικά σημεῖα γιά νά γίνουν κατανοητά.1. Πρόσωπο, ὑπόσταση, ἄτομο
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. χρησιμοποίησαν τούς ὅρους πρόσωπο, ὑπόσταση, ἄτομο, οὐσία, φύση, ὥστε νά ἀντιμετωπίσουν τούς αἱρετικούς πού ἔκαναν χρήση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας γιά νά κατανοήσουν τήν σχέση τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέχρι τότε ἐπικρατοῦσε ἡ βιβλική ὁρολογία γιά Πατέρα, Υἱό καί Ἅγιον Πνεῦμα ὡς φῶτα. Ἔτσι, οἱ Πατέρες ὁμίλησαν γιά τρία Πρόσωπα, τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἔχουν κοινή οὐσία-φύση καί ἰδιαίτερο τρόπο ὑπάρξεως, τό ἀγέννητο, τό γεννητό καί τό ἐκπορευτό. Αὐτή ἡ διάκριση καθιερώθηκε στήν ὀρθόδοξη θεολογία.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ταυτίζει τίς ἔννοιες ὑπόσταση, πρόσωπο, ἄτομο: «Χρή δέ γινώσκειν, ὡς οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπόστασιν καί πρόσωπον καί ἄτομον τό αὐτό ἐκάλεσαν». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὑπόσταση, τό πρόσωπο καί τό ἄτομο δηλώνουν τό ἴδιο, καί εἶναι καθεαυτά ἰδιοσύστατα καί ἀποτελοῦνται ἀπό οὐσία καί τόν τρόπο ὑπάρξεως, ἤτοι τό ἀγέννητο, τό γεννητό καί τό ἐκπορευτό.
 Ὅσοι κάνουν λόγο γιά πρόσωπο καί ἄτομο στόν ἄνθρωπο ἀποφεύγουν νά ἀναφέρονται στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων γιά κάθαρση, φωτισμό καί θέωση, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς νεοπλατωνισμό, καί στήν πράξη εἶναι ἀντιησυχαστές.
 Ἄλλωστε τό ἄτομο ὡς λέξη σημαίνει τό μή τεμνόμενο καί ἑπομένως στά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δέν χωρίζεται ἡ οὐσία ἀπό τά ὑποστατικά ἰδιώματα, καί στόν Χριστό δέν χωρίζεται ἡ θεία ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση.
Πάντως, στόν Τριαδικό Θεό δέν εἶναι δυνατόν νά γίνη διάκριση μεταξύ προσώπου καί ἀτόμου καί νά ἀποδοθῆ στό μέν πρόσωπο ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλευθερία καί ἡ αἰωνιότητα τῆς ὑπάρξεως, τό δέ ἄτομο νά προσμετρηθῆ ἁπλῶς. Ἄν στόν Θεό χρησιμοποιηθῆ μιά τέτοια διάκριση αὐτό θά συνιστοῦσε ἀπρέπεια, ἀσέβεια. Ἀκόμη καί στόν ἄνθρωπο δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιηθῆ, ἔστω καί ὡς παράδειγμα, ἡ διαφορά μεταξύ προσώπου καί ἀτόμου, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά γράψη: «Ἄτομόν ἐστι, … κατά δέ τούς Πατέρας, οἷον Πέτρος ἤ Παῦλος, ἤ τις ἕτερος τῶν καθ᾿ αὑτά ἰδίοις προσωπικοῖς ἰδιώμασι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἀφοριζόμενος»[1].
2. Ὁ ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ
Ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ πατερική διδασκαλία, δηλαδή ἡ βιβλικο­πατερική παράδοση, ἡ ἐμπειρία καί ἡ διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, γιά τόν ἄνθρωπο χρησιμοποιοῦν κυρίως τό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ. Ἤδη στό βιβλίο τῆς Γενέσεως γράφεται ἡ φράση «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν. α΄, 26).
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀναλύοντας τόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική, διδάσκουν ὅτι τό κατ’ εἰκόνα εἶναι δυνάμει ὁμοίωση καί τό καθ’ ὁμοίωση εἶναι ἐνεργείᾳ εἰκόνα. Τό παράδειγμα τοῦ σπόρου πού ἔχει τήν δυνατότητα νά γίνη δένδρον, καί τοῦ δένδρου πού ἔχει τήν ἀφετηρία του στόν σπόρο δείχνει, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, τήν σχέση μεταξύ τοῦ κατ’ εἰκόνα καί τοῦ καθ’ ὁμοίωση. Ἄν σκεφθῆ κανείς ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου (Κολ. α΄, 15) καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δηλαδή εἶναι εἰκόνα τοῦ Λόγου, τότε τό καθ’ ὁμοίωση εἶναι ἡ ὁμοίωση μέ τόν Χριστό, ἤτοι ἡ θέωση.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶδαν τόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό τήν προοπτική τοῦ προσώπου καί τοῦ ἀτόμου, ὅπως ὁμολογεῖ καί ὁ Λόσκι, ὁ ὁποῖος παρά ταῦτα προσπαθεῖ νά ἑρμηνεύση τόν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο, χρησιμοποιώντας νέα ὁρολογία, ἀλλά τόν εἶδαν κυρίως μέσα ἀπό τήν προοπτική τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση καί ἐκεῖ ἐστήριξαν ὅλη τήν ἀνθρωπολογία καί τήν σωτηριολογία τους.
Βέβαια, δέν ἀγνοῶ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μιλώντας γιά τό ὄνομα τῆς ὑποστάσεως στόν Θεό χρησιμοποιεῖ ὡς παράδειγμα τά ὀνόματα Πέτρος καί Παῦλος. Ὅμως, αὐτά εἶναι ἁπλῶς παραδείγματα, γιατί ὡς τέτοιο παράδειγμα χρησιμοποιεῖ καί τόν ἵππον: «ἤγουν τόν Πέτρον, τόν Παῦλον, τόν τινα ἵππον». Μέ τήν χρήση τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ δέν σημαίνει ὅτι τό ζῶο εἶναι πρόσωπο μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλευθερίας, ἀλλά στήν περίπτωση αὐτή σημαίνει «τήν ἁπλῶς ὕπαρξιν».
Τό γεγονός εἶναι ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά σταθερότητα ἐπιμένουν γιά τόν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ, γιά τό ὅτι μέ τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων χάσαμε τό καθ’ ὁμοίωση, ὄχι ὅμως καί τό κατ’ εἰκόνα, καί ὅτι διά τοῦ Χριστοῦ ὁδηγούμαστε ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση, στήν θέωση. Στά ἔργα τῶν Πατέρων δέν γίνεται λόγος γιά τόν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο, ὡς ἄτομο, ὡς προσωπικότητα καί ἀτομικότητα, μέ τήν ἔννοια πού ὁμιλοῦν μερικοί στίς ἡμέρες μας. Μιά τέτοια θεώρηση εἶναι μιά μεταπατερική θεολογία.
3. Ὁ δυτικός περσοναλισμός
Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπό τίς ἔννοιες πρόσωπο καί ἄτομο προέρχεται ἀπό τήν δυτική θεολογία, φιλοσοφία, κοινωνιολογία καί ἠθική. Εἶναι γνωστές οἱ θεωρίες τοῦ περσοναλισμοῦ. Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος (354-430 μ.Χ.) ταύτισε τό πρόσωπο μέ τίς ψυχολογικές ἰδιότητες τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή συνέδεσε τό πρόσωπο μέ τήν ἱκανότητα τῆς συνειδήσεως, πράγμα πού ὁδήγησε τήν Δύση στήν ψυχανάλυση. Ὁ Βοήθιος (480-524 μ.Χ.) ταύτισε τό ἄτομο μέ τίς λογικές του ἱκανότητες, ὅπως φαίνεται στόν ὁρισμό ὅτι «πρόσωπο εἶναι ἡ ἀτομική οὐσία τῆς ἐλλόγου φύσεως». Αὐτή ἡ ἄποψη πέρασε διά τοῦ σχολαστικισμοῦ καί τοῦ διαφωτισμοῦ στόν σύγχρονο περσοναλισμό καί ἀκόμη στόν ὑπαρξισμό.
 Ὅταν γινόμαστε Χριστιανοί, καί κυρίως ὅταν γινόμαστε μοναχοί καί Κληρικοί ἀπεκδυόμαστε ὅλα τά ἀτομικά μας δικαιώματα καί ὑποτασσόμαστε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
 Ἡ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλευθερίας καί τῆς αἰώνιας μοναδικότητας τῆς ὕπαρξης φαίνεται ὡς σαγηνευτική πού προκαλεῖ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀλλά ἐνέχει πολλούς κινδύνους στό νά ὑπονομευθῆ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ ἀνθρώπου. Ἄν ἐπικρατήση μιά τέτοια ἀντίληψη, τότε ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλευθερία θά συνδέεται μέ τό πρόσωπο, ὁπότε κάθε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος θά ἔχει ἰδιαίτερη ἀγάπη καί ἐλευθερία, καθώς ἐπίσης θά ταυτίζεται τό ἄκτιστο μέ τό κτιστό, θά συγχέεται ἡ τριαδολογία μέ τήν ἀνθρωπολογία, θά ἀποδίδονται στόν Θεό καταστάσεις πού συμβαίνουν στούς ἀνθρώπους, θά ἀποσυνδέεται ἡ θέληση ἀπό τήν φύση καί πολλά ἄλλα. Αὐτό συνιστᾶ ἀλλοτρίωση τοῦ θεολογικοῦ λόγου.

4. Οἱ λόγοι μεταβάσεως ἀπό τό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση στόν περσοναλισμό

Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ἡ μετάβαση τῆς σύγχρονης θεολογίας ἀπό τήν θεολογική ἔννοια τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου, στήν ὁρολογία τοῦ προσώπου καί τοῦ ἀτόμου γίνεται γιά δύο βασικούς λόγους.
Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι γιά νά δοθῆ μιά νέα ἑρμηνεία περί τοῦ ἀνθρώπου καί στήν πραγματικότητα γιά νά ὑπονομευθῆ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν πορεία πρός τήν θέωση, πού γίνεται μέ τήν πρακτική φιλοσοφία, τήν φυσική θεωρία καί τήν μυστική θεολογία, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἤ κατ’ ἄλλη ἑρμηνεία ἀπό τήν πράξη στήν θεωρία μέ τήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Πράγματι, ὅσοι κάνουν λόγο γιά πρόσωπο καί ἄτομο στόν ἄνθρωπο ἀποφεύγουν νά ἀναφέρονται στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων γιά κάθαρση, φωτισμό καί θέωση, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς νεοπλατωνισμό, καί στήν πράξη εἶναι ἀντιησυχαστές καί ἀντίθετοι σέ ὅλη τήν ἀσκητική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί κάνουν λόγο γιά τήν συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὑπονομεύουν τήν φιλοκαλική ζωή. Αὐτό εἶναι βαρύτατο σφάλμα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἐπισημαίνει: «ἐάν δέ ἐν τῷ φωτί περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καί τό αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰω. α΄, 7). Τό πνευματικό νόημα εἶναι σαφέστατο. Ὁ Χριστός εἶναι μέσα στό Φῶς, εἶναι Φῶς ἄκτιστο, πού εἶναι τό Φῶς τῆς θεοπτίας, καί ὅσοι περιπατοῦν μέσα σέ αὐτό τό Φῶς, ἔχουν κοινωνία μεταξύ τους, καί βεβαίως καθαρίζονται ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία εἶναι στέρηση τοῦ Φωτός καί ὅσοι μετέχουν τοῦ Φωτός ἐλευθερώνονται ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἔτσι, δέν πρόκειται γιά κάποια ἀφηρημένη «κοινωνία προσώπων», γιά κάποια συγχώρηση ἀπό ἐνοχές, γιά μιά τυπική μετοχή στήν θεία Κοινωνία, ἀλλά γιά κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τούς ἀνθρώπους ἐν τῷ Φωτί.
Ὁ δεύτερος λόγος γιά τόν ὁποῖο γίνεται πολύς λόγος σήμερα γιά πρόσωπο καί ἄτομο στόν ἄνθρωπο καί ὄχι γιά κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση εἶναι ἡ μετάβαση ἀπό τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας στήν κοινωνιολογία καί ἠθικολογία, στά λεγόμενα ἀνθρώπινα δικαιώματα. Βεβαίως, πρέπει νά σεβόμαστε τά ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν ἄλλων, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν ὁ θεολογικός καί ἐκκλησιαστικός λόγος νά μετατρέπεται σέ κοινωνιολογικό λόγο καί νά ἐκκοσμικεύεται. Τά ἀνθρώπινα δικαιώματα εἶναι σεβαστά γιά νά ὑπάρχουν μερικά βασικά στηρίγματα στήν κοινωνία, ὥστε νά μή γίνη ζούγκλα. Ὅμως, ὁ Χριστιανός ἀποβλέπει σέ μιά ἄλλη ζωή, θυσιάζει ὅλα τά δικά του ἀτομικά δικαιώματα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Τό νά στηρίζεται κανείς στήν ἱκανοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων εἶναι ἕνας πνευματικός θάνατος.
Στήν Ἐκκλησία διδασκόμαστε καί τό λέμε θριαμβευτικά στήν δοξολογία: «Εὐλογητός εἶ Κύριε δίδαξόν με τά δικαιώματά Σου, εὐλογητός εἶ Δέσποτα συνέτισόν με τά δικαιώματά Σου, εὐλογητός εἶ Ἅγιε φώτισόν με τοῖς δικαιώμασί Σου». Ὁ Χριστιανός ἀγωνίζεται στήν ζωή του συνεχῶς γιά νά διαφυλάξη τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι νά ἱκανοποιῆ τά δικά του δικαιώματα. Δυστυχῶς, ἡ πλειονότητα τῶν Χριστιανῶν τό «Σου» τό μετέτρεψε σέ «Μου», δηλαδή ζῆ καί προσεύχεται μέ τήν προσευχή «δίδαξόν με τά δικαιώματά Μου».
Ὅταν γινόμαστε Χριστιανοί, καί κυρίως ὅταν γινόμαστε μοναχοί καί Κληρικοί ἀπεκδυόμαστε ὅλα τά ἀτομικά μας δικαιώματα καί ὑποτασσόμαστε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Στηρίζουμε τήν ζωή μας στήν ὑπακοή, στήν ἐπιθυμία νά φθάσουμε ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση καί ὄχι στήν ἱκανοποίηση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων.
Ὅλα τά ἀνωτέρω δείχνουν ὅτι ὡς Κληρικοί, θεολόγοι μοναχοί καί Χριστιανοί πρέπει νά ὁμιλοῦμε γιά ἀνθρωπολογικά θέματα μέσα ἀπό τούς βιβλικοπατερικούς λόγους «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση» καί ὄχι μέ τούς σχολαστικούς, φιλοσοφικούς ὅρους πρόσωπο καί ἄτομο, προσωπικότητα καί ἀτομικότητα. Ἡ ἀλλοίωση τῆς ὀρθόδοξης ὁρολογίας συνιστᾶ ἀλλοίωση τοῦ στόχου τοῦ ἀνθρώπου, πού συνιστᾶ ἐκκοσμίκευση. Ἐπί τέλους δέν πρέπει νά παρασυρόμαστε ἀπό μερικούς «μεταπράτες» πού μεταφέρουν κάποια ἄλλη παράδοση στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἔτσι νά συντελοῦμε καί ἐμεῖς στήν ὑπονόμευση τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας καί ζωῆς.
Ἑπομένως, ἄν θέλουμε νά βρισκόμαστε μέσα στήν ἐκκλησιαστική παράδοση δέν πρέπει νά κάνουμε λόγο γιά τόν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καί ἄτομο, ἀλλά ὡς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ, γιατί αὐτό συντονίζεται στήν ὅλη ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ὀρθόδοξη ποιμαντική.
Ἰανουάριος 2014
 ______________
[1] Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Ἔργα, ΕΠΕ, 15 Α, σελ. 370.   
(Πηγή ηλ. κειμένου: parembasis.gr)
http://www.alopsis.gr/alopsis/pros

“Ο ίδιος ο Κύριος θα μας διδάξει την προσευχή”


Γέρων Πορφύριος
“Ο άνθρωπος ζητάει στον ουρανό τη χαρά και την ευτυχία. Ζητάει το αιώνιο μακριά απ΄όλους κι απ΄όλα, ζητάει να βρει τη χαρά στον Θεό. Ο Θεός είναι μυστήριο. Είναι σιωπή, είναι άπειρος, είναι το πάν. Την τάση της ψυχής για τον ουρανό την έχει όλος ο κόσμος, όλοι ζητάνε κάτι το ουράνιο. Σ΄Αυτόν στρέφονται όλα τα όντα, έστω και ασυνειδήτως. Σ΄Αυτόν να στρέφετε διαρκώς το νου σας. Αγαπήστε την προσευχή, την κουβέντα με τον Κύριο. Το πάν είναι η αγάπη, ο έρωτας με τον Κύριο, τον Νυμφίο Χριστό. Γίνετε άξιοι της αγάπης του Χριστού. Για να μη ζείτε στο σκοτάδι, γυρίστε το διακόπτη της προσευχής, ώστε να έλθει το Θείο φως στην ψυχή σας. Στο βάθος του είναι σας θα φανεί ο Χριστός. Εκεί, στο βάθος, είναι η Βασιλεία του Θεού. "Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν". Η προσευχή γίνεται μόνο με το Άγιον Πνεύμα. Αυτό διδάσκει την ψυχή πώς να προσεύχεται. "Το γάρ τι προσευξόμεθα καθ΄ό δεί ούκ οίδαμεν, αλλ΄αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις". Εμείς δεν χρειάζεται να κάνουμε καμιά προσπάθεια. Ν΄απευθυνόμαστε στον Θεό, με ύφος ταπεινού δούλου, με φωνή παρακλητική και ικετευτική. Τότε η προσευχή μας είναι ευάρεστη στο Θεό. Να στεκόμαστε με ευλάβεια ενώπιον του Εσταυρωμένου και να λέμε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Αυτό τα λέει όλα. Όταν κινηθεί για προσευχή ο νους του ανθρώπου, στο δευτερόλεπτο του δευτερολέπτου έρχεται η Θεία χάρις. Τότε ο άνθρωπος γίνεται χαριτωμένος και βλέπει με άλλα μάτια τα πάντα. Το παν είναι ν΄αγαπήσουμε τον Χριστό, την προσευχή, τη μελέτη. Παίρνουμε ένα εκατομμύριο και το κόβουμε κομματάκια. Του ανθρώπου η προσπάθεια είναι το ένα εκατομμυριοστό. Πριν από την προσευχή η ψυχή πρέπει να προετοιμάζεται με προσευχή. Προσευχή για την προσευχή. Ακούστε τι εύχεται ο ιερέας μυστικά, την ώρα που διαβάζεται ο Απόστολος κατά την Θεία Λειτουργία: "Έλαμψον εν ταις καρδίαις ημών φιλάνθρωπε Δέσποτα το της Σης Θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς εις την των ευαγγελικών Σου κηρυγμάτων κατανόησιν. Ένθες ημίν τον των μακαρίων Σου εντολών φόβον, ίνα τάς σαρκικάς επιθυμίας πάσας καταπατήσαντες πνευματικήν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τα προς ευαρέστησιν την σην και φρονούντες και πράττοντες. Συ γαρ ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, και Σοί την δόξαν αναπέμπομεν συν τω ανάρχω Σου Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων". Στην προσευχή μπαίνουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Χρειάζεται να βρεθούμε και σε κατάλληλο κλίμα. Η αναστροφή με τον Χριστό, η συζήτηση, η μελέτη, η ψαλτική, το καντηλάκι, το θυμίαμα, γίνονται το κατάλληλο κλίμα, ώστε όλα να γίνουν απλά, "εν απλότητι καρδίας". Διαβάζοντας τις ψαλμωδίες, τις ακολουθίες, με έρωτα, χωρίς να το καταλάβουμε γινόμαστε άγιοι. Ευφραινόμαστε με τα Θεία λόγια. Αυτή η ευφροσύνη, αυτή η χαρά είναι η δική μας προσπάθεια, για να μπούμε εύκολα στην ατμόσφαιρα της προσευχής, η προθέρμανση, όπως λέμε. Μπορούμε και να φέρνουμε στο νου μας ωραίες εικόνες από τοπία που είδαμε. Αυτή η προσπάθεια είναι απαλή, αναίμακτη. Αλλά μην ξεχνάμε αυτό που είπε ο Κύριος: "Χωρίς εμού ού δύνασθε ποιείν ουδέν". Ο ίδιος ο Κύριος θα μας διδάξει την προσευχή. Δεν θα τη μάθουμε μόνοι μας, ούτε άλλος κανείς θα μας τη μάθει. Μη λέμε, "έκανα τόσες μετάνοιες, εξασφάλισα τώρα την χάρι", αλλά να ζητούμε να λάμψει εντός μας το ακήρατον φως της θείας γνώσεως και να ανοίξει τα πνευματικά μας μάτια, για να κατανοήσουμε τα θεία Του λόγια. Με τον τρόπο αυτό, χωρίς να το καταλάβουμε, αγαπάμε τον Θεό χωρίς σφιξίματα, προσπάθεια κι αγώνα. Αυτά που είναι δύσκολα στους ανθρώπους, για τον Θεό είναι πολύ εύκολα. Τον Θεό θα Τον αγαπήσουμε ξαφνικά, όταν η χάρις θα μας επισκιάσει. Αν αγαπήσουμε πολύ τον Χριστό, η ευχή θα λέγεται μόνη της. Ο Χριστός θα είναι συνεχώς στο μυαλό μας και στην καρδιά μας.
Πηγή: Από το βιβλίο “ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ” γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ καυσοκαλυβίτου ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗΣ ΧΑΝΙΑ 2003, εικόνα orthodox photos


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/01/blog-post_2637.html#ixzz3MXuiyTKA

Τα ιδιώματα της θείας φύσεως.


 Ἰδιώματα τῆς θείας φύσεως εἶναι τὸ ἄκτιστο, τὸ ἄναρχο, τὸ ἄφθαρτο, τὸ ἀθάνατο, ἄπειρο καὶ αἰώνιο, τὸ ἀγαθό, τὸ δημιουργικό, τὸ δίκαιο, τὸ φωτιστικό, τὸ ἀμετάβλητο, τὸ ἀπαθές, τὸ ἀπερίγραπτο, τὸ ἀχώρητο, τὸ ἀπεριόριστο, τὸ ἀόριστο, τὸ ἀσώματο, τὸ ἀόρατο, τὸ ἀκατανόητο, ἡ ἰδιότητα νὰ μὴν ἔχει καμία ἀνάγκη, τὸ αὐτοκυριαρχικὸ καὶ αὐτεξούσιο, τὸ ἐξουσιαστικό του σύμπαντος, τὸ ζωοποιό, τὸ παντοδύναμο, τὸ ἀπειροδύναμο, τὸ ἁγιαστικὸ καὶ μεταδοτικό, ἡ ἰδιότητα νὰ περιέχει καὶ συγκρατεῖ τὰ σύμπαντα καὶ νὰ προνοεῖ γιὰ ὅλα. Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια ἡ θεότητα τὰ ἔχει ἀπὸ τὴ φύση της, χωρὶς νὰ τὰ ἔχει λάβει ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἀπεναντίας, ἡ ἴδια ἡ θεότητα μεταδίδει κάθε ἀγαθὸ στὰ δημιουργήματά της, ἀνάλογα μὲ τὴ δεκτικὴ ἱκανότητα τοῦ καθένα. Ἰδίωμα τῆς θεότητος εἶναι ἡ ἀμοιβαία παραμονὴ καὶ διαμονὴ τῶν θείων ὑποστάσεων· διότι εἶναι ἀχώριστες μεταξὺ τοὺς χωρὶς νὰ λείπει ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη· ἔχουν τὴν ἀλληλοπεριχώρησή τους ἀσύγχυτη, ὥστε οὔτε νὰ συγχωνεύονται οὔτε νὰ συγχέονται, ἀλλὰ νὰ εἶναι σὲ ἁρμονία μεταξύ τους. Ο Υἱὸς δηλαδὴ εἶναι μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ ὁ Πατέρας μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα, χωρὶς νὰ συμβαίνει καμιὰ συγχώνευση ἢ ἀνάμειξη ἢ σύγχυση. Ἰδίωμα τῆς θεότητος ἐπίσης εἶναι ἡ ἑνότητα καὶ ταυτότητα τῆς κινήσεως· γίνεται, δηλαδή, μία ἐξόρμηση καὶ μία κίνηση τῶν τριῶν ὑποστάσεων, κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ παρατηρηθεῖ στὴν κτιστή φύση. Καὶ ἀκόμη, ἡ θεία ἀκτινοβολία καὶ ἐνέργεια εἶναι μία, ἁπλὴ καὶ ἀδιαίρετη· προσφέρει πολλὰ ἀγαθὰ στὰ κτιστὰ ποὺ διαιροῦνται· καί, ἐνῷ μοιράζει σ’ ὅλα τὰ συστατικά της φύσεώς τους, ἡ ἴδια παραμένει ἁπλή· μοιράζει τὸν ἑαυτό της σὲ πολλὰ χωρὶς νὰ διαιρεῖται ἡ ἴδια· συγκεντρώνει καὶ ἐπαναφέρει τὰ διαιρεμένα στὴ δική της ἁπλότητα διότι ὅλα τὰ ὄντα τὴν ποθοῦν καὶ ὀφείλουν τὴν ὕπαρξή τους σ’ αὐτήν· καὶ αὐτὴ μεταδίδει σὲ ὅλα τὴν ὕπαρξη ἀνάλογα μὲ τὴ φύση τοὺς· ἔτσι ἡ θεότητα ἀποτελεῖ τὴν ὕπαρξη γιὰ τὰ ὄντα, τὴ ζωὴ γιὰ τὰ ζωντανά, τὴ λογικὴ γιὰ τὰ λογικὰ καὶ τὸ νοῦ γιὰ τὰ νοερά· ἡ ἴδια βέβαια εἶναι πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὸ νοῦ, τὸ λόγο, τὴ ζωὴ καὶ τὴ φύση. Ἰδίωμά της ἀκόμη εἶναι ὅτι περνᾶ μέσα ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα, ἐνῷ ἀπ’ αὐτὴν δὲν περνᾶ κανένα ὄν. Ἐπίσης, ὅτι γνωρίζει τὰ πάντα μὲ ἁπλὴ γνώση· ὅλα τὰ βλέπει μὲ ἁπλὸ τρόπο, μὲ τὸ θεῖο, παντεποπτικὸ καὶ ἄϋλο βλέμμα τῆς· βλέπει τὰ παρόντα, τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα προτοῦ νὰ συμβοῦν. Ἰδίωμά της, ἐπίσης, εἶναι ἡ ἀναμαρτησία, ἡ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἡ σωτηρία. Καὶ ἀκόμη, ὅτι μπορεῖ νὰ πετύχει ὅλα ὅσα θέλει, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ κάνει ὅσα μπορεῖ· μπορεῖ, γιὰ παράδειγμα, νὰ καταστρέψει τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλει.»
Ιωάννης Δαμασκηνός και όσιος, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως
μετφρ. αρχ. Δ. Πάπαρης

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/01/blog-post_7128.html#ixzz3MXuJQgPr