Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

ΛΟΓΟΣ Α': ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ - Άπαντες Ασκητικοί Λόγοι - Επιστολές


Ο φόβος του Θεού αρχή εστί της αρετής. Λέγεται δε είναι γέννημα της πίστεως και σπείρεται εν τη καρδία, όταν αποχωρισθή η διάνοια από του περισπασμοΰ του κόσμου, του συνάξαι τάς νοήσεις αυτής, τάς ρεμβομένας εκ του μετεωρισμού, εν τη αδολεσχία της μελλούσης αποκαταστάσεως. Το θείναι θεμέλιον της αρετής, ουδέν κρειττότερον του επισχείν τίνα εαυτόν εν τη απαλλαγή των του βίου πραγμάτων και διαμείναι εν τω νόμω του φωτός των τρίβων των ευθειών και αγίων, ων εν Πνεύματι ο ψαλμωδός εσήμανε και επωνόμασε.

Μόλις ευρίσκεται άνθρωπος δυνάμενος φέρειν την τιμήν, τάχα δε ουδέ παντελώς ευρίσκεται (και τούτο εκ της ταχείας υποδοχής της αλλοιώσεως, ως αν τις λέγη), ουδέ εάν τις ισάγγελος γένηται τοις τρόποις.


Η αρχή της οδού της ζωής, το αεί μελετήσαι τον νουν εν τοις λόγοις του Θεού και εν πτωχεία διατρίβειν. Το γαρ εκείθεν αρδεύεσθαι, συνεργεί είς την ταύτης τελείωσιν ήγουν το αρδεύεσθαι εκ της μελέτης των λόγων του Θεού, βοηθεί σοι εις την της πτώχειας κατόρθωσιν, η δε της ακτημοσύνης κατόρθωσις σχολήν παρέχει σοι του κατορθώσαι την μελέτην των λόγων του Θεού. Η δε βοήθεια των δύο τούτων συντόμως αναφέρει εις την ανάβασιν πάσης οικοδομής των αρετών. Ουδείς δύναται πλησιάσαι τω Θεώ, εί μη ο αφιστών εαυτόν εκ του κόσμου. Απόστασιν δε λέγω, ου την εκδημίαν του σώματος, άλλα των του κόσμου πραγμάτων.

Αύτη δε εστίν η αρετή, ίνα τις εν τη διανοία αυτού σχολάση από του κόσμου. Ου δύναται η καρδία γαληνιάσαι και αφάνταστος είναι, όσον αι αισθήσεις ενεργούσι τινά, ουδέ τα πάθη τα σωματικά καταργούνται, ουδέ οι πονηροί λογισμοί εκλείπουσιν άνευ της ερήμου. 'Εως αν κτήσηται η ψυχή μέθην εν τη πίστει του Θεού, εν τη υποδοχή της δυνάμεως της αισθήσεως αυτής, ούτε την ασθένειαν των αισθήσεων θεραπεύσει, ούτε δυνάμει δύναται πατήσαι την ύλην την ορατήν, ήτις εστί φραγμός των έσω, και ουκ αισθάνεται του αυτεξουσίου το λογικόν γέννημα. Και ο καρπός αμφοτέρων ο εκλινισμός. Άνευ της πρώτης, ουδέ η δευτέρα όπου δε η δευτέρα ουκ ορθοποδεί, εκεί η τρίτη ως εν χαλινώ δέδεται.

Όταν μεν η χάρις πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε εν τω πόθω της δικαιοσύνης ο φόβος του θανάτου ευκαταφρόνητος αυτώ γίνεται και αιτίας πολλάς ευρίσκει τις εν τη ψυχή αυτού, ότι δει υπέρ του φόβου του Θεού υποφέρειν την θλίψιν. Και όσα δοκούντα βλάπτειν το σώμα και αιφνιδίως επί την φύσιν επέρ­χονται και ακολούθως εις το παθείν ετέθησαν, ως ουδέν λογί­ζονται εν οφθαλμοίς αυτού εν συγκρίσει των ελπιζομένων από του νυν. Και ου δυνατόν χωρίς παραχωρήσεως των πειρασμών γνώναι ημάς την αλήθειαν. Πληροφορίαν δε περί τούτου εκ της διανοίας ακριβώς ευρίσκει και ότι πρόνοιαν πολλήν έχει ο Θεός έπι τον άνθρωπον και ουκ εστίν άνθρωπος, μη ων υπό την πρόνοιαν αυτού, και μάλιστα επί τους εξελθόντας ζητήσαι αυτόν και βαστάζοντας τα πάθη υπέρ αυτού, δακτυλοειδώς θεωρεί λαμπρώς.


Όταν δε η στέρησις της χάριτος πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε πάντα τα ρηθέντα εναντία ευρίσκονται πλησίον και η γνώσις μείζων της πίστεως δια την εξέτασιν και η πεποίθησις του Θεού ουκ εν παντί πράγματι επιτυγχάνει και ούτως ουδέ η πρόνοια του Θεού περί τον άνθρωπον νομίζεται, αλλά υπό των ενεδρευόντων του εν σκοτομήνη κατατοξεύσαι αυτών τα βέλη ενδελεχώς ενεδρεύεται εν τούτοις ο τοιούτος.

Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού, και ούτος συν τω μετεωρισμώ τίνων εν τη ψυχή διαμείναι ου πείθεται. Διασκεδάζεται γαρ η καρδία εκ της ηδο­νής του Θεού εν τη διακονία των αισθήσεων. Δέδενται γαρ, φησίν, αι έσω έννοιαι εν τη αισθήσει αυτών εν τοις αισθητηρίοις τοις διακονούσιν αυταίς. Δισταγμός καρδίας επεισάγει τη ψυχή δειλίαν, η δε πίστις και εν τη εκκοπή των μελών δύναται κρατύναι την προαίρεσιν. Εν όσω ο πόθος της σαρκός υπερισχύει εν σοι, εύθραστος και απτόητος ου δυνήση γενέσθαι εκ των πολλών εναντιωμάτων των διαμενόντων πλησίον του ποθούμενου.

Ο εφιέμενος της τιμής, ου δύναται στερηθήναι των αιτιών της λύπης. Ουδείς εστίν άνθρωπος εν τη αλλοιώσει των πραγμάτων, όστις ου κτάται εν τη διανοία αυτού αλλοίωσιν προς το προκείμενον πράγμα. Εάν η επιθυμία, φησί, γέννημα των αισθήσεων υπάρχη, σιωπησάτωσαν λοιπόν οι μετά περισπασμού την ειρήνην της διανοίας φυλάττειν ομολογούντες.

Σώφρων εστίν, όστις ουκ εν τω κόπω και τω καιρώ της πάλης και του αγώνος λέγει, ότι παύονται εξ αυτού οι αισχροί λογισμοί, αλλ' ός τη αληθεία της καρδίας αυτού σωφρο­νίζει την θεωρίαν της διανοίας αυτού, του μη ατενίσαι αναιδώς τοις ακολάστοις λογισμοίς. Και ότε η σεμνότης της συνειδήσεως αυτού μαρτυρεί εκ της θέας των οφθαλμών αυτού το πιστόν, η αιδώς ώσπερ καταπέτασμα εστί κρεμάμενη εν τω κρυπτώ χώρω των λογισμών.

Και ο σώφρων παρθένος γίνε­ται, και η αγνεία αυτού τηρούμενη εν πίστει τω Χριστώ.

Ουκ εστί τι ούτως ικανόν προς αποτροπήν των προλήψεων της ακολασίας εκ της ψυχής και αποδιώκειν τάς κινουμένας μνήμας τάς επανισταμένας εν τη σαρκί και ποιούσας ταραχώδη φλόγα, ως το βαπτισθήναι εν τω ποθώ της μαθήσεως και καταδιώκειν οπίσω του βάθους των νοημάτων της θείας Γραφής. Ότε οι λογισμοί καταβαπτισθώσι τη ηδονή της καταδιώξεως οπίσω της σοφίας της τεθησαυρισμένης εν τοις λόγοις, εν τη δυνάμει εν η απομάσσεται εξ αυτών την φανέρωσιν, καταλιμπάνει οπίσω του νώτου αυτού ο άνθρωπος τον κόσμον και πάντα τα εν αύτω λανθάνει και πάσας τάς μνήμας, τάς ενεργούσας εικόνας της σωματώσεως του κόσμου, εξαλεί­φει εκ της ψυχής και πολλάκις και εκ της χρείας των εξ έθους λογισμών, των επισκεπτόντων την φύσιν. Και αύτη η ψυχή εν εκστάσει διαμένει εν ταίς καιναίς απαντήσεσι, ταις εκ της θαλάσσης των μυστηρίων των Γραφών.

Και πάλιν εάν ο νους νήχηται επί την επιβολήν των υδάτων, ήτοι της θαλάσσης των θείων Γραφών, και μη δυνηθή εις όλον το βάθος βυθίσαι τα νοήματα αυτού, του κατανοήσαι όλους τους θησαυρούς τους εν τω βυθώ αυτής, αρκετόν αυτώ αύτη η μελέτη εν τω πόθω αυτής, του εμποδίσαι αυτούς μη δραμείν προς την φύσιν του σώματος, καθώς τις των θεοφόρων έφησε. Διότι η αρδία χαύνη εστί και ου δύναται υποφέρειν τάς κακίας τάς απαντώσας από των έξω και των έσω πο­λέμων. Και οίδατε, ότι ο κακός λογισμός βαρύς εστί, και εάν η καρδία μη ασχοληθή εν τη γνώσει, ου δύναται υπομείναι την ταραχήν της ορμής του σώματος.

Και καθάπερ το βάρος του σταθμού τη οξύτητι της ροπής του ζυγού προς την ταραχήν των ανέμων, ούτως η αιδώς και ο φόβος τη ροπή της διανοίας. Και κατά την αναλογίαν της λείψεως του φόβου και της αιδούς αιτία γίνεται τω νοί ρέμβεσθαι αεί και ενταύθα ώσπερ το αυτεξούσιον κατά την αναλογίαν της αποστάσεως τον φόβον εκ της ψυχής, ταράσσεται ο ζυγός της διανοίας ώδε κακείσε. Λοιπόν, ώσπερ αι πλάστιγγες του ζυγού, υπό του βαρυτάτου σταθμίου βαρυνθείσαι, ουκ ευχε­ρώς υπό της του πνεύματος πνεύσεως ο ζυγός σαλεύεται, ούτω και η διάνοια, βαρυνθείσα υπό του φόβου του Θεού και της αιδούς, ου ραδίως τρέπεται υπό των σαλευόντων αυτήν. Και καθ' όσον η λείψις του φόβου εν τη διανοία γένηται, κατά τοσούτον κυριεύεται υπό της τροπής και της αλλοιώσεως. Σοφίσθητι του είναι θεμέλιον εν τη οδοιπορία σου τον φόβον του Θεού, και εν ολίγαις ημέραις αποκαθίστασαι εν τη πύλη της βασιλείας χωρίς κυκλεύσεως οδού.

Εν πάσι τοις συναντώσι σοι εν ταίς Γραφαίς ανάκρινον τον σκοπόν του λόγου, του βαθύναι σευατόν και κατανοήσαι εν μεγάλη διαγνώσει το βάθος των νοημάτων των άγιων. Οι εκ της θείας χάριτος εν τη πολιτεία αυτών οδηγούμενοι του φωτισθήναι, άει αισθάνονται ως ακτίνος τίνος νοητής διαπορευομένης εν μέσω των στίχων των γεγραμμένων και διακρινούσης έπροσθεν της διανοίας των ψιλών λόγων εκ των πραγμάτων των λεγομένων εν μεγάλη διανοία τη ψυχική συνέσει.

Άνθρωπος αναγινώσκων εν μεγάλοις στίχοις ψιλώς, ψιλούται και η καρδία αυτού και σβέννυται εκ της αγίας δυνάμεως της παρεχούσης τη καρδία γλυκυτάτην γεύσιν εν κατανοήσει ψυχής θαυμαστή.


Εκαστόν τι προς το συγγενές αυτού τρέχειν είωθε. Και ψυχή, έχουσα μέρος Πνεύματος, όταν άκούση ρήματος του έχοντος έγεκρυμμένην εν έαυτω δύναμιν πνευματικήν, διαπύρως έλκει την ύπόθεσιν αυτού. Ου πάντα άνθρωπον εξυπνίζει εις το θαυμάζειν πράγμα πνευματικώς λεγόμενον και έχον εν εαυτώ εγκεκρυμμένην δύναμιν μεγάλην. Ο λόγος ο περί αρε­τής χρήζει καρδίας σχολαζούσης από της γης και της ομιλίας αυτής. Ανθρώπου δε, ούτινος η διάνοια μοχθεί εν τη φροντίδι των παρερχομένων, τα της αρετής πράγματα ουκ εξυπνίζουσι τον λογισμόν αυτού προς πόθον και ζήτησιν της κτήσεως αυτών. Η λύσις η εκ της ύλης προτερεύει τη γενέσει αυτής του προς Θεόν δεσμού, ει και πολλάκις εν τη οικονομία της χάριτος ευρίσκεται προλαμβάνων ούτος εκείνης εν τισιν, ως πόθος καλύπτει πόθον. Η τάξις του έθους της οικονομίας άλλη εστί παρά την τάξιν την κοινότητος των ανθρώπων. Σύ δε την κοινήν τάξιν φύλαξον. Εάν δε προλάβη εν σοι η χάρις, αυτής εστί τούτο' ει δε μη, εν τη οδώ των πάντων ανθρώπων, εν η ώδευσαν κατά την αναλογίαν της διαδοχής, ανάβηθι εις την ανάβα­σιν του πνευματικού πύργου.

Έκαστον τι ενεργούμενον εν τη θεωρία και πληρούμενον δι' εντολής της υπέρ αυτού, αθεώρητόν εστίν όλον τοις του σώματος οφθαλμοίς. Και έκαστον τι εν τη πράξει ενεργούμενον, σύνθετον εστίν, ότι η εντολή η μία μόνη, ήγουν η πράξις, των αμφοτέρων δείται, της θεωρίας και της πράξεως, ένεκα των σωματικών και των ασωμάτων. Η σύνθεσις γαρ των εκατέρων μία εστί. Τα έργα τα φροντίζοντα της καθαρότητος ουκ αναχαιτίζουσι την αίσθησιν της μνήμης των παρελθόντων εγκλημάτων, αλλά την λύπην της μνήμης εκ της διανοίας λαμβάνουσι, και γίνεται από του νυν η της μνήμης διάβασις εν τη διανοία επωφελώς.  Πλεονεκτεί η πλεονεξία της ψυχής εν τη κτήσει της αρετής το μέρος της ορατής επιθυμίας του ομοζύγου σώματος. Πάν πράγμα το μέτρον κοσμεί. Χωρίς γαρ μέτρου, και τα νομιζόμενα καλά είναι, εις βλάβην μεθίστανται.

Θέλεις κοινωνήσαι τω Θεώ εν τω νοί σου εν τη λήψει της αισθήσεως εκείνης της ηδονής, της μη καταδεδουλωμένης ταίς αισθήσεσιν; Ακολούθησον τη ελεημοσύνη, ήτις, όταν ευρέθη ένδον σου, εικονίζεται εν σοι εκείνο το κάλλος το άγιον, εν ω ωμοιώθης. Το καθολικόν του πράγματος της ελεημοσύ­νης, εν ου καιρώ τινι μεσιτευομένω προς την ενότητα της δόξης της λαμπρότητος, της θεότητος κοινωνίαν εμποιεί τή ψυχή.

Η ένωσις η πνευματική εστί μνήμη ασφράγιστος, ήτις εν διαπύρω πόθω αδιαστάτως εν τη καρδία πυρσεύεται, εκ της διαμονής της προς τάς εντολάς δύναμιν λαμβάνουσα προς τον δεσμόν, ου καταχρηστικώς, ουδέ φυσικώς. Εκεί γαρ ευρίσκει ύλην τη ψυχική θεωρία επιστηριχθήναι υπ' αυτήν υποστατικώς. Δια τούτο έρχεται εις έκπληξιν η καρδία του καμμύσαι τάς δίπλας αισθήσεις αυτής, τάς σαρκικάς και τάς ψυχικάς. Ουκ εστίν άλλη τρίβος προς την πνευματικήν αγάπην, ήτις εικονίζει την αόρατον εικόνα, εάν μη πρώτον άρξηται τις του οικτειρήσαι, καθώς είρηκεν ο Κύριος ημών, προς την τελειότητα του Πατρός. Και γαρ ούτως ενετείλατο τοις υπακούουσιν αυτώ, του θείναι τούτο θεμέλιον.

Άλλος εστίν ο λόγος της πράξεως, και άλλος ο καλός λόγος.  Και χωρίς πείρας των πραγμάτων, οίδεν η σοφία κοσμήσαι τους λόγους αυτής και του λαλήσαι αλήθειαν μη γινώσκουσα αυτήν και του φανερώσαι περί της αρετής, και αυτός μηδέποτε λαβών πείραν του έργου αυτής. Ο λόγος ο εκ της πράξεως, ταμείον της ελπίδος, και η άπρακτος σοφία, παραθήκη αισχύνης.

Ώσπερ τεχνίτης εστί ζωγραφών το ύδωρ εν τοις τοίχοις και ου δύναται το ύδωρ εκείνο την δίψαν αυτού αναψύξαι, και ώσπερ άνθρωπος θεωρών ενύπνια καλά, ούτω και ο άπρακτος λόγος. Ο εκ της πείρας του έργου αυτού λάλων περί αρετής, μεταδίδωσι τω ακούοντι αυτού, ώσπερ τις μεταδίδωσιν εκ του χρήματος της πραγματείας αυτού, και ώσπερ εκ των κτημάτων αυτού σπείρει την διδασκαλίαν εις τα ώτα των ενωτιζόντων αυτόν και ανοίγει το στόμα αυτού εν παρρησία μετά των πνευματικών αυτού τέκνων, καθώς ο γηραιός Ιακώβ τω σώφρονι Ιωσήφ έφη «ιδού, δέδωκά σοι εν μέρος περισσότερον των αδελφών σου, όπερ έλαβον εκ των Αμορραίων τω ξίφει μου και τω τόξω μου».

Εκάστω ανθρώπω, έχοντι πολιτείαν μεμολυσμένην, η πρόσκαιρος ζωή ποθεινή αύτω εστί και τω τούτου δευτέρω, τω εστερημένω γνώσεως. Καλώς είρηκέ τις, ότι ο φόβος του θανάτου λυπεί άνδρα καταγινωσκόμενον υπό της συνειδήσεως αυτού, ο δε έχων μαρτυρίαν αγαθήν εν εαυτώ, ούτος εφίεται του θανάτου ώσπερ ζωής. Μη ψήφισης τινά σοφόν αληθινόν, τον υπέρ ταύτης της ζωής τη δειλία και τω φόβω καταδουλούντα αυτού την διάνοιαν. Όλα τα αγαθά και τα κακά, τα συμβαίνοντα τη σαρκί, ενύπνια λογίζου είναι ου εν τω θανάτω γαρ μόνω έχεις λυθήναι εξ αυτών, αλλά πολλάκις προ του θανάτου καταλιμπάνουσι σε και απέρχονται.

Εάν δε τίνα εξ αυτών εχωσί τίνα κοινωνίαν εν τη ψυχή σου, αυτά νόμιζε έχειν κτήματα σου εις τον αιώνα τούτον και εις τον μέλλοντα μετά σου υπάγουσι. Και εάν ώσι καλά, ευφραίνου και ευχαρίστησον τω Θεώ εν τη διανοία σου, εάν δε ώσι κακά, έσο περίλυπος και στέναξον και ζήτησον την απαλλαγήν εξ αυτών, εν όσω εί εν τω σώματι. Έκαστον αγαθόν ενεργούμενον εν σοι νοητώς και εν τω κρύπτω, έχε αυτό ακριβώς. Ότι το βάπτισμα και η πίστις γεγόνασι σοι μεσίται προς αυτό, εν οίς εκλήθης υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου εις τα αγαθά έργα αυτού,συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι. Ω η δόξα και τιμή και ευχαριστία και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ποιά είναι τα είδη και τα φτερά της Προσευχής;

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Δεχθείτε, λοιπόν, μ’ ευχαρίστηση και υποδεχθείτε, όλοι εσείς οι εν Χριστώ αδελφοί μου, που αποτελείτε το οικουμενικό ποίμνιο του Χριστού, και εγκολπωθείτε αυτές τις θεολογικές, ικετήριες και κατανυκτικές ευχές και προσευχές· λάβετε αυτή την ανθοφόρα και κρινοφόρα τροφή, στην οποία μπορείτε να εντρυφάτε, να χαίρεστε και να τρέφεστε αχόρταστα, σαν να βρίσκεστε σε κάμπους ανθισμένους, σε χλοϊσμένους λειμώνες, σε δροσερά λειβάδια, σε βοσκοτόπια που τρέφουν τις ψυχές, σε μοσκοβολημένα δροσερά χορτάρια. 

Διότι σ’ αυτές τις ιερές προσευχές θα βρείτε πολύ πλούσια και, όπως χρειάζεται, τα τέσσερα ιδιώματα ή μέρη, που περιέχει κάθε τέλεια Προσευχή, δηλαδή: α) τη δοξολογία, β) την ευχαριστία, γ) την εξομολόγηση και δ) την αίτηση.

Για τα δύο από αυτά τα τέσσερα είδη μας μιλάει ο μέγας Βασίλειος, λέγοντας: «Δύο είναι οι τρόποι της προσευχής, αγαπητέ μου: ο πρώτος είναι της δοξολογίας, με ταπεινοφροσύνη· κι ο δεύτερος, που ακολουθεί μετά, είναι των αιτημάτων μας. Έτσι, λοιπόν, όταν προσεύχεσαι, μην πας κατ’ ευθείαν στα αιτήματα, διότι εκθέτεις μ’ αυτό τον τρόπο τη διάθεση σου, ότι δηλαδή κάποια ανάγκη σε υποχρεώνει να προσευχηθείς στο Θεό» (Ασκητ. διατάξεις, κεφ. α’). Για τ’ άλλα δύο είδη μας μιλάει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, όταν γράφει: «Πριν απ’ όλα, όταν αρχίζουμε την προσευχή μας, πρέπει να βάλουμε πρώτη την ειλικρινή ευχαριστία μας, και ύστερα την μετάνοια και την πραγματική συντριβή της ψυχής μας· κατόπιν, μπορούμε να παρουσιάσουμε στον Παμβασιλέα αυτό που θέλουμε να του ζητήσουμε. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος της Προσευχής, όπως ακριβώς και φανερώθηκε από Άγγελο Κυρίου σε κάποιον αδελφό μας» (Λόγ. κη’. Περί Προσευχής).

Έτσι, με τη δοξολογία θα δοξάζετε τον άναρχο Πατέρα, τον συνάναρχον Υιόν και το Πανάγιον και συναΐδιον Πνεύμα, την υπερούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τον μοναδικό Θεό μας, καθώς και την υπέραγνη και υπεράμωμη Μητέρα του Θεού μας. Με την ευχαριστία θα ευχαριστείτε τον Θεό για τις ευεργεσίες και τις χάρες που σας έκαμε, κρυφές και φανερές, ψυχικές και σωματικές, στο παρελθόν, στο παρόν, και κείνες που θα σας κάμει στο μέλλον, Με τη μετάνοια θα εξομολογείσθε στο Θεό, με συντριβή καρδίας και πραγματική κατάνυξη, όλες τις αμαρτίες που έχετε διαπράξει, είτε με την πράξη είτε με τη σκέψη. Κατόπιν, με την αίτηση θα ζητάτε από το Θεό να σας ελεήσει και να σας συγχωρήσει τις αμαρτίες σας, να σας φυλάξει από κάθε ορατό εχθρό και αόρατο, και να σας χαρίσει τα εγκόσμια και υπερκόσμια αγαθά του.

Κ’ επειδή η συντριβή της καρδιάς, η κατάνυξη και τα δάκρυα είναι τα φτερά της θείας Προσευχής, με τα οποία εκείνη ανεβαίνει στους ουρανούς και φτάνει στ’ αυτιά του Κυρίου Σαβαώθ (διότι, καθώς είπε ο άγιος Ιερώνυμος, η μεν προσευχή μόνο πραΰνει το Θεό, αλλά το δάκρυο τον αναγκάζει να ελεήσει τον προσευχόμενο), γι’ αυτό, σαν σε μικρό Παράρτημα, σημειώνουμ’ εδώ, για τους αναγνώστες των Ιερών τούτων προσευχών, ότι αυτή τη συντριβή της καρδίας, την κατάνυξη και τα δάκρυα που μας έρχονται στην προσευχή, μπορούμε να τ’ αποκτήσουμε:

α) Με το φόβο από την παρουσία του Θεού, που γεννιέται όταν ο άνθρωπος συλλογιστεί ότι ο Θεός είναι παρών, τον βλέπει και τον ακούει· και ότι εκείνος μεν που προσεύχεται είναι από φυσικού του σκέτος πηλός, έν’ ασήμαντο σκουλήκι, ένα τίποτε, όταν συγκριθεί με το Θεό· ενώ ο Θεός, που εμπρός του στέκεται και προσεύχεται, είναι ο Παντοδύναμος Δημιουργός και Κύριος των πάντων είναι από φυσικού του άπειρος και τέλειος σε όλα, ένας υπερούσιος και ακατάληπτος Βασιλέας.

Γι’ αυτό και ο μέγας Βασίλειος, όταν ρωτήθηκε πως μπορεί κανείς να κατορθώσει, ώστε να κρατήσει στην προσευχή το νου του αμετεώριστο, αποκρίθηκε: «Να σκέφτεται συνεχώς ότι ο Θεός είναι μπροστά του. Διότι, αν, όταν κάποιος βρίσκεται μ’ έναν άρχοντα -είτε είναι απλώς μπροστά του είτε συνομιλεί μαζί του- έχει τα μάτια του ανοιχτά και αμετεώριστα, πόσο μάλλον όταν βρίσκεται μπρος στο Θεό και προσεύχεται, οπού βέβαια θα ’χει το νου του αμετακίνητο σ’ Εκείνον, που εξετάζει και βλέπει μέσα μας καθαρά “καρδίας και νεφρούς”; Κι αυτά, σύμφωνα με το λόγο της Γραφής, πως πρέπει να σηκώνουμε τα καθαρά χέρια σε προσευχή, δίχως οργή και άλλους διαλογισμούς» (Όροι κατ’ επιταγήν, σα΄).

Και ο ίδιος, πάλι, σε άλλο σημείο, λέγει: «Και πρέπει να προσευχόμαστε χωρίς ραθυμία, και δίχως μετεωρισμό του νου πότε από δω και πότε από κει· γιατί αυτός που προσεύχεται μ’ αυτό τον τρόπο, όχι μονάχα δεν θα λάβει εκείνο που ζητάει, αλλά θα εξοργίσει περισσότερο τον Κύριο. Διότι, αν κάποιος βρίσκεται μπρος σ’ έναν άρχοντα και κουβεντιάζει μαζί του, στέκετ’ εμπρός του με φόβο, έχοντας αμετεώριστα και τα εξωτερικά μάτια, μα και τα εσωτερικά της ψυχής, για να μην κινδυνέψει, πόσο μάλλον πρέπει να στέκεται με φόβο και τρόμο μπροστά στο Θεό, έχοντας έντονα στραμμένο το νου του σ’ Εκείνον μονάχα και σε τίποτε άλλο;» (Ασκητ. διατάξεις, κεφ. α’).

β) Η συντριβή και η κατάνυξη στην προσευχή γεννιέται από την ταπεινοφροσύνη και από τη σκέψη ότι εκείνος, που προσεύχεται μπρος σ’ έναν τόσο παντοδύναμο Θεό, δεν είναι παρά ένα τιποτένιο σκουλήκι, μα είναι ωστόσο -και με τη θέλησή του- κι’ ένας φταίχτης και παραβάτης των θείων εντολών είν’ ένας εχθρός του Θεού και μεγαλύτερος απ’ όλους τους αμαρτωλούς, και δεν είναι άξιος ούτε το στόμα του ν’ ανοίξει και να προσευχηθεί μπροστά στο Θεό.

Γι’ αυτό κ’ έχουμε τον μέγα Βασίλειο, από τη μια μεριά, να λέει: «όταν δοξολογήσεις με λόγια της Γραφής, όπως μπορείς, και αναπέμψεις αίνο προς τον Θεό, τότε άρχισε με ταπεινοφροσύνη να λες με δικά σου λόγια: “εγώ, Κύριε, δεν είμαι καθόλου άξιος να σου μιλήσω, γιατί είμαι πάρα πολύ αμαρτωλός”. Ακόμη κι αν δεν αναγνωρίζεις κάτι κακό στον εαυτό σου, έτσι πρέπει να λες, διότι κανείς δεν είναι αναμάρτητος, παρά μονάχα ο Θεός. Κι ενώ αμαρτάνουμε σε πολλά, τα περισσότερ’ από αυτά ούτε καν τ’ αντιλαμβανόμαστε» (Ασκητ. διατάξεις, κεφ. α’).

Και από την άλλη μεριά, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας μας συμβουλεύει: να μη στέκεσαι με παρρησία και θάρρος (στην προσευχή δηλαδή), «ακόμη κι αν έχεις καθαρότητα, μα να προσέρχεσαι με πολλή ταπεινοφροσύνη, και τότε θα σταθείς με περισσότερη παρρησία. Και όταν ακόμη έχεις ανεβεί όλη την κλίμακα των αρετών, να προσεύχεσαι για τη συγχώρεση των αμαρτιών σου, ακούοντας και τον απόστολο Παύλο, όταν μιλάει για τους αμαρτωλούς, να βροντοφωνάζει, “ανάμεσα στους οποίους εγώ είμαι ο πρώτος” (Λόγος κη’, Περί Προσευχής).

Γιατί, αν τύχει και προσευχηθεί ο άνθρωπος χωρίς αυτή τη συνείδηση πως είναι αμαρτωλός, η προσευχή του δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό. Το λέγει και ο άγιος Ισαάκ, με τούτα τα λόγια: «κάποιος Άγιος έγραψε, πως όποιος δεν λογαριάζει αμαρτωλό τον εαυτό του, η προσευχή του δεν είν’ ευπρόσδεκτη στον Κύριο» (Επιστ. δ’). Και τούτο γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, όπου, ο μεν Τελώνης που λογάριασε αμαρτωλό τον εαυτό του δικαιώθηκε, ενώ κατακρίθηκε ο Φαρισαίος που πίστεψε τον εαυτό του για δίκαιο.

γ) Η κατάνυξη και τα δάκρυα στην προσευχή γεννιούνται όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με σύνεση, και δεν λέγει άλλα με το στόμα και άλλα μελετά με το νου του, αλλά ο νους του είναι αφοσιωμένος ολωσδιόλου στα λεγόμενα, κι έτσι εννοεί και γεύεται όλη τους την ποιότητα, όπως ακριβώς γίνεται με τη γεύση που αισθάνεται και κατά κάποιο τρόπο συλλειτουργεί με την ποιότητα του φαγητού. Γι’ αυτό και ο μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας το ρητό «ψάλατε συνετώς», λέγει; «όταν κάποιος που προσεύχεται βάλει τη διάθεση της ψυχής μαζί με τη δύναμη των λόγων της προσευχής, όπως ακριβώς βάζει μαζί με την ποιότητα του κάθε φαγητού τη διάθεση της γεύσεως, αυτός έχει εφαρμόσει εκείνη την εντολή που λέγει “ψάλατε συνετώς”» (Όροι κατ’ επιτομήν, σοθ’).

Παράλληλα με τούτα τα λόγια είναι κι εκείνα του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, ο οποίος αναφέρει: «εσύ ν’ αγωνίζεσαι ν’ αναφέρεις στο Θεό, μάλλον δε ν’ αποκλείεις την έννοια των λεγομένων στα ρήματα της προσευχής· και αν τύχει εκείνη να κουραστεί ως νήπιον και να πέσει, εσύ ανάλαβέ την πάλι και ανέβασέ τη στο θρόνο του Θεού· γιατί ξέρουμε πως χαρακτηριστικό του νου είναι η αστάθεια, ενώ του Θεού είναι το να μπορεί όλα να τ’ ανορθώνει» (Λόγος κη’).

δ) Η κατάνυξη και τα δάκρυα γεννιούνται στην προσευχή, όταν εκείνος που προσεύχεται, δεν νομίζει πως τα λόγια της προσευχής τα είπε κάποιος άλλος, ή πως έχουν γραφεί για κάποιον άλλον άνθρωπο, αλλά πως έχουν γραφεί για κείνον, και αυτός ακριβώς είναι που τα λέει, αυτοπροσώπως. Και, ότι αυτός είν’ εκείνος που διέπραξε όλα εκείνα τ’ αμαρτήματα, τα οποία περιλαμβάνονται στα λόγια της προσευχής. Το βεβαιώνει αυτό και ο άγιος Μάρκος ο ασκητής; «ο ταπεινόφρων, που αναλαμβάνει να κάνει έργο πνευματικό, διαβάζοντας τις άγιες Γραφές, όλα τ’ αναφέρει στον εαυτό του και για λογαριασμό του, και όχι γι’ άλλον» (Περί νόμου πνευματικού, κεφ. ζ’).

Ωστόσο, οποίος έλαβε άνωθεν το χάρισμα να κατανύγεται και να χύνει δάκρυα στην προσευχή αδιάλειπτα και αβίαστα, αυτός πρέπει να προσέχει καλά να μην περηφανευτεί, γιατί κινδυνεύει να χάσει αυτό το χάρισμα και ν’ απομείνει πάλι ξηρός, άνυδρος και τυφλός, όπως μας λένε ο παραπάνω άγιος Μάρκος και ο Όσιος Ισαάκ. Ο άγιος Μάρκος γράφει: «μην επαίρεσαι, που αξιώθηκες να χύνεις δάκρυα στην προσευχή σου· διότι ο Χριστός είναι που άγγιξε τα μάτια σου και σ’ έκαμε ν’ αναβλέψεις νοερά». Και ο θείος Ισαάκ προσθέτει: «όποιος αξιώθηκε να πιει από τούτο το κρασί (δηλαδή των δακρύων) και υστέρα να το στερηθεί, αυτός μόνο γνωρίζει σε ποιά δυστυχία εγκαταλείφθηκε και τι πολύτιμο έχασε, εξαιτίας της χαυνώσεως στην οποία περιέπεσε» (Λογ. ιγ’).

ε) Και τελευταίον, η κατάνυξη και τα δάκρυα γεννιούνται και από την εξωτερική στάση του σώματος· δηλαδή, όταν κάποιος προσεύχεται με το κεφάλι ακάλυπτο, με τα γόνατα κεκλιμένα, χτυπώντας το στήθος, και παρουσιάζοντας εικόνα ενός καταδίκου, ο οποίος στέκεται μπροστά στον Δικαστή, επειδή και από την εξωτερική στάση και το σχήμα του σώματος η ψυχή συσχηματίζεται ανάλογα και παίρνει την κατάλληλη διάθεση, όπως λέγει πάλι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Η ψυχή εξομοιώνεται με την εξωτερική κατάσταση και τις ασχολίες, κι ευθυγραμμίζεται με όσα πράττει, προς τα οποία και συσχηματίζεται» (Λόγ. κε’. Περί ταπεινοφροσύνης). Ακόμα, βοηθάει στην κατάνυξη της καρδιάς και ο πιο ήσυχος τόπος οπού κατοικεί ο καθένας, και στον οποίο βέβαια πρέπει ν’ αποσύρονται όταν προσεύχονται όσοι αγαπούν να κατανύγονται. Επίσης, βοηθάει πολύ ο ήσυχος χρόνος, όπως πιο πολύ προσφέρεται ο καιρός της νύχτας, όταν οι άλλοι άνθρωποι ησυχάζουν και αναπαύονται.

Γι’ αυτό και ο Κύριος, θέλοντας να μας δείξει ένα παράδειγμα, έφευγε πολλές φορές ανεβαίνοντας στα βουνά και σε τόπους έρημους, κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι εκεί προσευχότανε. Το αναφέρει επιγραμματικά ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος: «ανέβηκε στα βουνά μόνος Του για να προσευχηθεί· κι όταν βράδιασε βρισκόταν εκεί μόνος Του» (Ματθ. ιδ’ 23). Και τούτο το λόγο ερμηνεύοντας ο ιερός Χρυσόστομος λέγει: «γι’ αυτό και φεύγει συνέχεια (ο Κύριος) στις ερήμους, όπου πολλές φορές περνάει όλη τη νύχτα προσευχόμενος, για να μας διδάξει ότι, και από την άποψη του χρόνου και από την άποψη του τόπου, πρέπει ν’ αναζητούμε την αταραξία στην ώρα της προσευχής· γιατί μητέρα της ησυχίας είναι η έρημος». Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει κάτι το σχεδόν όμοιο, ότι δηλαδή η ησυχία είναι μητέρα της προσευχής» (Λόγος εις την Μεταμόρφωσιν).

Σε άλλο σημείο, πάλι ο θείος Χρυσόστομος, λέγει: «συλλογίσου καλά, πόσο μεγάλο πράγμα είναι, μέσα στη βαθειά νύχτα, όταν όλοι οι άνθρωποι κοιμούνται και βασιλεύει μια ησυχία βαθύτατη, να σηκώνεσαι μόνος σου απ’ το κρεββάτι, και με παρρησία να συνομιλείς με τον Δεσπότη και Κύριο μας. Είναι, βέβαια, γλυκός ο ύπνος, μα τίποτε δεν είναι από την προσευχή γλυκύτερο! Αν κατορθώσεις έτσι να συνομιλήσεις μόνος προς μόνον, θα καταφέρεις πολλά να φέρεις εις πέρας, καθώς δεν θα σ’ ενοχλεί κανείς κι ούτε κανείς θόρυβος θα διακόψει τη δέησή σου· διότι, τότε έχεις σύμμαχο και τον καιρό για να πετύχεις εκείνα που θέλεις»





Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

«Ὁ Υἱός ἐνούσιός τε καί ζῶν ὡς ἰδίαν ἔχων ἐν Πατρί καί μετά Πατρός τήν ὕπαρξιν», ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ διδασκαλία του γιά τήν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ-Θεοῦ

Dr. Εἰρήνη Ἀρτέμη
Θεολόγος –Φιλόλογος
MA & Phd Θεολογίας

Ὁ Κύριλλος ἐπανελάμβανε τήν εὐαγγελική φράση «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρός τόν Θεόν»[1], γιά νά ἐπισημάνει ὅτι ὁ Υἱός εἶναι Θεός[2] καί συναῒδιος μέ τόν Πατέρα. 

Στή συνέχεια, ὑπογράμμιζε ὅτι ὁ Υἱός προέρχεται «ἐκ τοῦ Πατρός»[3], ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τήν πηγή προελεύσεως, γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ[4]. Γεννήθηκε ἀπό τόν Θεό Πατέρα, ὅπως τό φῶς ἐκπέμπεται ἀπό τό φῶς, «Υἱός καί οὐ Πατήρ νοούμενος». Ἑπομένως, ἔχει τήν ἴδια οὐσία μέ τόν Πατέρα[5], χωρίς ὅμως νά ταυτίζεται τό πρόσωπο τοῦ Πατρός μέ ἐκεῖνο τοῦ Υἱοῦ[6], διότι, τότε, θά φτάναμε στήν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου. Ἀκόμα καί ὅταν ἀποκαλεῖ τόν Υἱό πρόσωπο τοῦ Πατρός, δέ φτάνει στό σημεῖο νά υἱοθετεῖ τή διδασκαλία τῆς Σαβελλιανικῆς κακοδοξίας, ἀλλά ἐννοεῖ τήν ἔνσαρκη φανέρωση τοῦ Υἱοῦ στόν κόσμο, κάτι πού ἐπιβεβαιώνεται καί μέσα ἀπό τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Ὁ ἑωρακώς ἐμέ, ἑώρακε τόν Πατέρα» καί «Ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν»[7]. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, εἶναι «ὁ ἐνυπόστατος, ἡ οὐσιώδης καί τελεία καί ζῶσα εἰκών τοῦ ἀοράτου Θεοῦ»[8] καί ὄχι «ἀνυπόστατος», ὅπως ὁ ἀνθρώπινος λόγος[9], «οὐδὲ ὡς ρῆμα ψιλόν ἐν ἀνθρώπῳ γεγονώς»[10]. Εἶναι «ἐνούσιός τε καί ζῶν ὡς ἰδίαν ἔχων ἐν Πατρί καί μετά Πατρός τήν ὕπαρξιν»[11], δηλαδή ὁμοούσιος καί συναῒδιος μέ τόν Πατέρα. Ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἐνυπόστατος», προφανῶς, φανερώνει τήν ἐπίδραση τῆς χριστολογίας τοῦ Ἰσιδώρου στόν Κύριλλο[12].

Ὁ Μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός[13] εἶναι κατά τή θεία φύση Του πλήρης[14], λεπτός καί ἀσώματος[15], γιατί «μόνος ἐξέφυ, καί ἐξ αὐτῆς γεγέννηται τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί Πατρός»[16]. Τόνιζε, λοιπόν, «σαφῶς Θεόν ὄντα καί ἐκ Θεοῦ Λόγον»[17] καί «Υἱός ἐστιν ἀληθῶς, καί ἐκ Θεοῦ Θεός»[18]. Ἑπομένως, ὁ Λόγος εἶναι Θεός[19] «ἐν ἰσότητί τε καί ὁμοιότητι τοῦ Πατρός»[20]. Ὡς Θεός εἶναι συναιώνιος[21] μέ τόν Πατέρα, «οὐκοῦν ἦν ὁ Λόγος ἐν ἀρχῇ»[22], ἀκόμα καί ὅταν ἔγινε ὅμοιος μέ ἐμᾶς, δηλαδή ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος[23]. Στό χωρίο αὐτό τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννου, ἡ σημασία τῆς «ἀρχῆς» εἶναι ἀπόλυτη, δέν ἀναφέρεται σέ σχέση μέ κάτι ἄλλο καί σημαίνει τήν ὕψιστη φύση[24]. Ἄλλωστε, γιά ὅλα τά κτίσματα ἀρχή θεωρεῖται ὁ χρόνος, γιά τό Λόγο, ὅμως, τοῦ Θεοῦ, πού ὑπάρχει ἀχρόνως, ἡ ἀρχή δέν ἔχει χρονική σημασία. Ἀρχή τοῦ Λόγου εἶναι ὁ Πατήρ, ἀπό τόν ὁποῖο γεννιέται ἀϊδίως, καί προϋπάρχει μαζί Του προαιώνια[25]. Ἑπομένως, ὁ Πατήρ εἶναι ὁ ἀίδιος αἴτιος τῆς ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ, τοῦ ἀιδίου αἰτιατοῦ, καί αὐτή εἶναι ἡ διαφορά τῆς καθ̉ ὑπάρξεως σχέσεως τοῦ Πατρός σέ σχέση πρός τόν Υἱόν Του[26].

Ἡ προσωνυμία «Υἱός» ἀποδόθηκε στό Λόγο, διότι «...γεγέννηκεν ἐξ ἑαυτοῦ (=τοῦ Πατρός) τὸν Υἱόν, ἴδιον δὲ αὖ τοῦ Υἱοῦ τὸ Υἱὸς ὄνομα τὴν αἰτίαν ἐπάγοντες ὅτι γεγέννηται παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός»[27]. Ὁ ἱερός Πατήρ σημείωνε μέ ἔμφαση ὅτι μεταξύ Πατρός καί Υἱοῦ δέν ὑπάρχει «μήτε ροπή, μήτε διάστημα, μήτε ἄλλο τι ἔστι»[28]. Δέν προϋπάρχει, δηλαδή, ὁ Πατήρ τοῦ Υἱοῦ, παρ̉ όλο πού λέγεται ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι ἀγέννητος καί ὁ Υἱός γεννητός[29]. Τά ἐπίθετα αὐτά χρησιμοποιοῦνται μέ καταχρηστική σημασία, γιά νά δηλώσουν τίς σχέσεις τῶν θείων Προσώπων μεταξύ τους καί δέν ἔχουν τό νόημα πού τούς δίνεται, γιά νά γίνει λόγος γιά τίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους.

Πολλές φορές, ὁ Υἱός ὀνομάζεται «δύναμις»[30], «ἰσχύς» καί «βραχίονας» τοῦ Θεοῦ[31], μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν κόσμο καί τιμωρεῖ τούς Αἰγυπτίους μέ τίς ἀβάστακτες πληγές, γιά νά τούς ὑποχρεώσει νά ἐλευθερώσουν τούς Ἰσραηλῖτες ἀπό τή δουλεία καί νά τούς ἐπιτρέψουν νά φύγουν ἀπό τήν Αἴγυπτο[32]. Παραλληλίζεται μέ τό μάννα ἐξ οὐρανοῦ, τόν οὐράνιο ἄρτο[33], ὁ ὁποῖος χορηγεῖται σέ ὅλη τή λογική κτίση, γιά νά τή θρέψει πνευματικά καί νά τή βοηθήσει νά γνωρίσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τόν ἴδιο τόν Θεό μέσῳ τοῦ ἴδιου τοῦ Λόγου. Εἶναι «ἡ δεξιά τοῦ Θεοῦ, δι᾽ ἧς τά πάντα κατορθοῖ καί πάντα ἐργάζεται»[34]. Εἶναι ἡ μοναδική Ἀλήθεια, ἡ ὁποία φανερώνει τόν Πατέρα καί τό θέλημα Αὐτοῦ. Ὅλος ὁ οὐρανός, ἐννοώντας τό σύμπαν ὁλάκερο, Τόν προσκυνᾶ, διότι Αὐτός εἶναι ὁ ποιητής τῶν ὅλων, ἐπιβεβαιώνοντας τά λόγια τοῦ Ἔσδρα: «πᾶσα ἡ γῆ τήν ἀλήθειαν (=ὁ Υἱός) καλεῖ, καί ὁ οὐρανός αὐτήν προσκυνεῖ, καί πάντα τά ἔργα αὐτήν σείεται καί τρέμει»[35]. Ὁ Υἱός, ὡς ὀμοούσιος πρός τόν Πατέρα, ἔχει τή δυνατότητα νά εἶναι ὁ δημιουργός καί συντηρητής τοῦ κτιστοῦ σύμπαντος, ὁρατοῦ καί ἀοράτου, ὅπως καί ὁ Πατήρ[36].

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΕΡΟΣ Β: Ο Κύριος μας μιλά περί της Δευτέρας Του Παρουσίας και μας ζητά να προσέχουμε τα σημεία των καιρών για να μην πλανηθούμε.


Μετά το Ευαγγέλιο του Τελώνου και του Φαρισαίου, αρχίζει ο Χριστός μας και μιλάει σιγά σιγά για τη Δευτέρα Παρουσία Του. Ναι, ομιλεί για τη Δευτέρα Παρουσία Του και μας λέγει για το πότε θα έρθει και το πως θα κριθούμε. Δηλαδή το σημερινό Ευαγγέλιο που αναλύουμε, θα λέγαμε ότι είναι το αποκορύφωμα των όσων έλεγε ο Κύριος τις προηγούμενες ημέρες.
Αδελφοί μου, όσοι πηγαίνατε κάθε ημέρα στην Εκκλησία και προσέχατε το Ευαγγέλιο, θα διαπιστώνατε ότι ο Χριστός μας απαντάει στα ερωτήματα των μαθητών Του.
 
Ιδού τα ερωτήματα των μαθητών Του. «Πότε Κύριε θα έρθεις να κρίνεις ζώντας και νεκρούς»; Πότε Χριστέ μου θα ξανα᾽ ρθεις; Πότε; Και ναι μεν ο Χριστός δεν τους δίνει ακριβή ημέρα και ώρα, αλλά όπως τους είπε τους καθορίζει περίπου τον καιρό και τον χρόνο. Για να δούμε τι τους είπε ο Κύριος. Όπως βλέπετε, όταν η συκιά βγάλει φύλλα, αμέσως λέτε, μπήκε καλοκαίρι, δεν θα υπάρξει ξανά χειμώνας. Τέλος ο χειμώνας. Αδέλφια μου, λέει ο Χριστός· όταν δείτε τη συκιά και σκάσουν τα φύλλα, και βγουν τα φύλλα της, πάει τέλειωσε ο χειμώνας. Μπήκε το καλοκαίρι. Άνθισε η συκιά; Δεν υπάρχει περίπτωση να ξανακάνει κρύο. Έτσι τους λέει ο Χριστός, όταν δείτε να εκπληρώνονται τα σημεία που θα σας αναφέρω, να εννοήσετε ότι όπως τελειώνει ο χειμώνας και αρχίζει το καλοκαίρι, έτσι και ο χρόνος της ζωής σας τελειώνει και θα ξεκινήσει μια νέα ζωή με κέντρο την Δεύτερή μου Παρουσία.
 
Όταν δείτε δηλαδή να εκπληρώνονται τα σημεία, όπως όταν βγουν τα φύλλα της συκιάς, έρχεται το καλοκαίρι, έτσι και όταν εκπληρωθούν τα σημεία, έρχεται το τέλος του κόσμου και ξεκινά η αιώνια ζωή.
 
Τότε ο Κύριος ξεκίνησε τα τους λέγει ένα ένα τα σημεία που θα προηγηθούν δια να καταλάβουν πότε θα φτάνει το τέλος του κόσμου.
Την περίοδο λοιπόν αυτή του Τριωδίου που ξεκινάμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, τις καθημερινές ημέρες στην Εκκλησία τα Ευαγγέλια που αναγινώσκονται, έως ότου φτάσουμε στο Ευαγγέλιο το σημερινό της Κρίσεως, αναφέρονται στα σημεία που είπε ο Κύριος ότι όταν εκπληρωθούν θα είναι το τέλος του χειμώνα, δηλαδή της παρούσης ζωής.
 
Ας δούμε τι λέγει το Ευαγγέλιο το οποίον αναγινώσκουμε την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου: «Και είπε ο Κύριος, τοις αυτού μαθηταίς· εν ταις ημέραις εκείναις και μετά την θλίψιν εκείνη ο ήλιος σκοτισθήσεται και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής και οι αστέρες έσονται εκ του ουρανού πίπτοντες, και αι δυνάμεις των εν ουρανοίς σαλευθήσονται και τότε όψονται τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών μετά δυνάμεως πολλής και δόξης. Και τότε αποστελεί ο Κύριος τους αγγέλους Αυτού και επισυνάξει τους εκλεκτούς Αυτού εκ των τεσσάρων ανέμων, απ᾽ άκρου εις άκρου της γης έως άκρου του ουρανού. Από δε της συκής μάθετε τούτο· όταν αυτής ίδη ο κλάδος απαλός γένηται και εκφύει τα φύλλα, γινώσκετε ότι εγγύς το θέρος εστί ούτω και υμείς όταν ταύτα ίδητε γινόμενα γινώσκετε ότι εγγύς εστίν επί θύραις. Αμήν, λέγω υμίν ου μη παρέλθει η γενεά αύτη». Δεν θα παρέλθει, δεν θα πεθάνει δηλαδή, μας λέγει ο Κύριος, η γενεά αυτή η οποία θα δει αυτά τα σημάδια «μέχρις ου πάντα ταύτα γίνεται». Θα τα δει όλα αυτά που σας λέγω, είπε ο Κύριος, μέχρι και τη Δευτέρα μου Παρουσία.
 
Σας βεβαιώνω, λέει ο Χριστός μας ότι «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι». Ο ουρανός και η γη θα εξαφανισθεί, αλλά τα λόγια Μου δεν θα χαθούν, θα γίνουν ένα προς ένα.

Τα ακούτε αδελφοί μου, εδώ τι μας λέγει ο Χριστός μας στο Ευαγγέλιο που διαβάζεται την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου; Η γενιά η οποία είδε να εκπληρώνονται τα σημεία των καιρών, τα οποία έχει προείπει ο Χριστός μας, η γενιά αυτή που τα είδε, θα δει και τη Δευτέρα Του Παρουσία.
 
 
Αύριο συνεχίζεται το τρίτο μέρος...

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ηθική της αυτονομίας και ήθος της ελευθερίας

               «Όπως τονίζει ο Andre Gide στη νουβέλα του  «Η Επιστροφή του ασώτου», ο άσωτος υιός, ο οποίος έφυγε απο τον οίκο του πατρός σαν «κατακτητής», γεμάτος πόθους και ελπίδες για καινούργια ζωή, ομολογεί κατά τη συνάντηση που έχει την επαύριο της επιστροφής του με τον πατέρα του, με τον πρεσβύτερο και τον νεώτερο αδελφό του, ότι δεν τον έφερε πίσω η μετάνοια, αλλά η πείνα και η δυστυχία, η αδυναμία και η αναδρία του, ομολογεί ότι γύρισε  «υποταγμένος» επειδή  «υπέφερε». Όταν μάλιστα η μητέρα του τον παρακαλεί να συμβουλεύσει τον μικρότερο αδελφό του, ο οποίος του μοιάζει και έχει το νου του στο φευγιό και στην έξοδο, να μην εγκαταλείψει το σπίτι του, τότε ο άσωτος ομολογεί κατά τη συνάντηση τους τα εξής: «Θά'θελα να σε γλυτώσω από το γυρισμό, γλυτώνοντας σε από το ξεκίνημα». Ωστόσο ο μικρότερος αδελφός φεύγει και προσκαλεί τον άσωτο να τον ακολουθήσει. Εκείνος όμως μένει, τσακισμένος και εξουθενωμένος απο την ταπεινωτική επιστροφή και επειδή ξέρει ότι ο νεώτερος αδελφός χωρίς αυτόν θα είναι πιο ανδρείος. Τον αποχαιρετά με τα εξής λόγια: «Παίρνεις μαζί σου όλες μου τις ελπίδες. Να'σαι δυνατός · ξεχασέ μας, ξέχασε με. Άμποτε μπορέσεις να μην ξαναγυρίσεις.

Δημήτριος Τσελεγγίδης: Η χαρισματική Υιοθεσία


Ακολουθεί απόσπασμα

«Η χαρισματική υιοθεσία έχει οντολογικό περιεχόμενο και γι'αυτό διαφέρει ουσιωδώς από την υιοθεσία που γίνεται μεταξύ των ανθρώπων. Οι υιοθετούμενοι από τους ανθρώπους κοινωνούν μόνο στο όνομα αυτών που τους υιοθετούν. Δεν συνδέονται μ'αυτούς με καμιά πραγματική γέννηση. Στην οντολογική και χαρισματική υιοθεσία όμως υπάρχει αληθινή γέννηση και κοινωνία των υιοθετουμένων με το γεννήτορα τους. Έτσι οι υιοθετουμένοι πιστοί κοινωνούν όχι απλώς στο όνομα αλλά και στα ίδια τα πράγματα, κοινωνούν στο σώμα, το αίμα και την άκτιστη ζωή του Χριστού. 

Αλλά η χαρισματική υιοθεσία ως πραγματική γέννηση συνεπάγεται συγγένεια, η οποία δεν υπερέχει μόνο από τη συγγένεια που προκύπτει από τη θετή υιοθεσία των ανθρώπων αλλά και από τη συγγένεια που δημιουργείται από τη φυσική υιότητα που παρέχουν οι γεννήτορες, αφού οι γεννώμενοι χαρισματικώς είναι περισσότερο παιδιά του Θεού παρά των κατά φύση γονέων τους. Και αυτό γιατί οι υιοθετούμενοι πιστοί έχουν κοινά με το Χριστό όχι μόνο τα μέλη αλλά και τη ζωή.

Άλλωστε αυτή ακριβώς είναι η αληθινή κοινωνία, (η κοινωνία στην πληρότητα της), όταν οι κοινωνούντες μετέχουν ταυτόχρονα στο ίδιο πράγμα. Και αυτό μπορεί να γίνεται χωρίς διακοπή από τους χαρισματικώς υιοθετουμένους που κοινωνούν στο μυστηριακό σώμα του Χριστού. Ο Χριστός δηλ., αφού αναγέννησε πραγματικά και ζωοποίησε τους πιστούς, δεν απομακρύνθηκε απ'αυτούς, όπως γίνεται με τους φυσικούς γεννήτορες τους, αλλά παραμένει πάντοτε οντολογικώς ενωμένος μαζί τους. Η χαρισματική υιοθεσία λοιπόν που παρέχεται μυστηριακώς στα πλαίσια της Εκκλησίας συνίσταται στη συνύπαρξη και κοινωνία των υιοθετουμένων με το γεννήτορα τους Χριστό· «η επί των μυστηρίων υιότης», σημειώνει ο Καβάσιλας,  «εν τω συνείναι και κοινωνείν εστί». 

Η χαρισματική αυτή υιοθεσία δεν αποτελεί στατική αλλά δυναμική πραγματικότητα. Ερμηνεύοντας ο Παλαμάς σχετικό χωρίο του ευαγγελιστή Ιωάννη, που αναφέρεται στην υιοθεσία των πιστών, σημειώνει ότι η υιοθεσία χορηγείται στους πιστούς με το Βάπτισμα, απ'όπου και αντλούν την «εξουσία», δηλαδή την πνευματική δύναμη, να γίνουν κατά χάρη παιδιά του Θεού. Όταν λέει ο ευαγγελιστής ότι «έδωκεν ημίν εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι», παραατηρεί ο Παλαμάς, υπονοεί ότι αυτός που αναγεννήθηκε με το Βάπτισμα έλαβε τη δύναμη να γίνει «σύμμορφος τω σώματι της δόξης του Υιού του Θεού». 

Η «συμμόρφωση» αυτή πραγματώνεται στην πληρότητα της στο μέλλοντα αιώνα, με την προϋπόθεση όμως ότι ο πιστός ζει στην παρούσα ζωή εν «καινότητι» και εν Χριστώ. Στην πνευματική αναγέννηση συμβαίνει κάτι ανάλογο με τη φυσική γέννηση. Όπως δηλαδή κατά τη φυσική γέννηση το νεογέννητο βρέφος έχει τη δύναμη από τη φύση του να γίνει σοφό και ενώ είναι σοφό «δυνάμει» γίνεται και «ενεργεία» σοφό μόνον όταν ενηλικιωθεί και υποστεί την ανάλογη αγωγή, έτσι συμβαίνει και με την χαρισματική υιοθεσία. Οι πιστοί με τη χαρισματική γέννηση τους από τον Θεό υιοθετήθηκαν απ'αυτόν, δεν έγιναν όμως αμέσως και «ενεργεία» παιδιά του Θεού. Πήραν απλώς τη δύναμη να γίνουν παιδιά του Θεού στα έσχατα, κατά τη μέλλουσα δηλαδή βασιλεία.

Την υιοθεσία που αποκτά ο πιστός με τη χάρη του Βαπτίσματους είναι δυνατό και να τη χάσει. Αυτό συμβαίνει, όταν ο πιστός διαπράξει την προς «θάνατον» αμαρτία. Αλλά και στο σημείο αυτό μπορούμε να επισημάνουμε την υπεροχή της χαρισματικής υιοθεσίας από τη φυσική υιότητα. Ενώ δηλ. «το της σαρκός τέκνον θανάτω περιπεσόν παρά του γεννήσαντος ουκ αναζεί πάλιν», ο εν Χριστώ αναγεννημένος και υιοθετημένος πιστός και μετά τον πνευματικό θάνατο του, που επιφέρουν οι θανάσιμες αμαρτίες, έχει τη μετάνοια, η οποία του δίνει τη δυνατότητα, αφού αποστραφεί την αμαρτία, να ζωοποιείται πάλι και να επανακτά την υιοθεσία του, για να μπορεί στη συνέχεια να γίνεται μέτοχος της άκτιστης ζωής του Θεού και να σώζεται».


«Χάρη και ελευθερία κατά την πατερική παράδοση του ΙΔ' αιώνα»
Δημητρίου Ι.Τσελεγγίδη, εκδόσεις Π.Πουρναρά


Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Πόλεμος τῶν Μασώνων κατά τῆς Ὀρθοδοξίας Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgBE_Qps2VtvP1yHLyqW8aRlZohuChYNHV-Ry2jT9aTcrJTP22w45YS7qZRKlzOxUyX3LG0IzdS9dJ2F92akovjPKGYY1I3QVXA7-IpEJfKzbKrfX6JBdoEzgo8tCQ3Mhtkre-80k4LA94/s640/masonia_011751.jpg
Ὅλος, αὐτός ὁ φοβερός, πολύπλευρος καί συντονισμένος πόλεμος τῆς Ἑβραιομασωσνίας στρέφει τά πυρά του κατά τῆς Ὀρθοδοξίας. Προβάλλει ἡ Μασωνία στήν Οἰκουμενική Κίνηση τό δικό της "Πιστεύω". Βασική της γραμμή εἶναι ὅτι καμμία θρησκεία δέν κατέχει τήν πλήρη καί τέλεια ἀλήθεια. Μιλάει γιά μῦστες καί ἐξισώνει τόν Χριστό μέ τόν Πυθαγόρα.
Στό Τυπικό 30οῦ βαθμοῦ τῆς Μασωνίας διδάσκεται στόν μυούμενο τό ἑξῆς:
http://filonoi.files.wordpress.com/2013/07/e1bca1-cf80ceb1cebdceb8cf81ceb7cf83cebaceb5ceafceb1-cebcceb1ceb3ceb5ceb9cf81ceb5cf8dcf84ceb7cebaceb5-cf83cf84e1bdb4cebd-e1bc80cf83cf842.jpg
"Ὁ Τεκτονισμός θέλει ἀπό τοῦ ἑνός ἄκρου τῆς γῆς μέχρι τοῦ ἄλλου νά δύναται ὁ μυούμενος ἐάν θέλη νά καίη θυμιάμα ἐπί τοῦ βωμοῦ τῆς θεότητος, ὑπό οἱανδήποτε μορφήν καί ἄν λατρεύεται αὐτή"! (Αὐτό δέν κάνουν οἱ Οἰκουμενιστές;;;).
Ὅλος ὁ ἀγώνας τῶν ἀντιχρίστων γίνεται γιά νά πέσουμε στήν ἀπιστία ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι. Καί μᾶς καλοῦν οἱ Μασῶνοι σέ ἕνωσι λέγοντας ὅτι χρεωκόπησε ὁ Χριστιανισμός καί "δέν δύναται πλέον νά ἐπαναφέρη τήν ἀνθρωπότητα εἰς τόν θεῖον αὐτῆς προορισμόν" ἀλλά ὅτι αὐτό πλέον εἶναι ἔργο "τῶν Τεκτόνων τῶν ἐμπνευσμένων αὐτῶν προδρόμων τῆς Παγκόσμιας εὐδαιμονίας"!
Μᾶς καλοῦνε νά καῖμε θυμίαμα στό βωμό τῆς εἰδωλολατρίας, ἀρνητές τοῦ Χριστοῦ καί προσκυνητές τοῦ Διαβόλου. Αὐτό προβλέπει τό σχέδιο MRA τῆς Σιωνιστικῆς Πανθρησκείας!
ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Ἐκδόσεις: "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"
http://www.hsir.org/Theology_el/images/3B1.jpg