Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Ἡ Μοναδικότητα τής Παραδόσεως τής Ὀρθοδοξίας (chan 7960909) Φώτης Κόντογλου





Φώτης Κόντογλου

Ἀπάντησις σὲ ἀρχιμανδρίτην τῶν Ἀθηνῶν

Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια.

Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».

Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.

Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.

Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.

Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Οδύνη και θείος έρωτας Υπήρξα εύθυμη πολύ





Πνευματική ζωή
Οδύνη και θείος έρωτας
Υπήρξα εύθυμη πολύ
ευτυχισμένη καθόλου
Μαίριλυν Μονρόε
Η συν-αίσθηση της προσωπικής ταυτότητας φανερώνεται μέσα από την δυναμική αλληλεπίδραση αισθήσεων, συναισθημάτων και εμπειριών οι οποίες έχουν ως αφετηρία τον εξωτερικό κόσμο.
Ο άνθρωπος λαμβάνει συν-είδηση του εαυτού του, μέσα από την συνειδητοποίηση των αντι-κειμένων. Είναι ένα ζωντανό και δημιουργικό σύστημα εγγραφής και επεξεργασίας μηνυμάτων.
Η αίσθηση της ταυτότητάς του αναδύεται μέσα από την εμπειρία της σχέσης του με την εξωτερικότητα. Η συν-είδησή του, είναι πάντοτε συνείδηση αντι-κειμένου. Ποτέ συνείδηση της ίδιας της συνείδησης.
Ο άνθρωπος είναι άρρηκτα δεμένος με το περιβάλλον. Αισθάνεται τον καθοριστικό ρόλο που ασκεί το περιβάλλον επάνω του. Συνέπεια αυτής της πραγματικότητας είναι να αναζητά τις αιτίες των εμπειριών του σε ότι υπάρχει πέρα από αυτόν. Θεωρεί ότι αυτό που νιώθει ή κάνει αποτελεί αντίδραση στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος.
Χαίρεται, όταν τον ευχαριστούν λυπάται, όταν τον θλίβουν, θυμώνει, όταν τον εξοργίζουν, αμύνεται, όταν του επιτίθενται, εμπιστεύεται τον εαυτό του όταν τον ενισχύουν, φοβάται, όταν τον τρομάζουν. Εξαρτάται και ελέγχεται από τον κόσμο. Ανάγει την πηγή της οδύνης και της χαράς σε εξωτερικές παραμέτρους. Συνεπώς, η προσπάθεία του να ζήσει με χαρά, ειρήνη και εσωτερική αρμονία, μεταφράζεται σε προσπάθεια αλλαγής των συνθηκών του περιβάλλοντος.
Επιδιώκει την εσωτερική αλλαγή με εξωτερικές αλλαγές. Την ικανοποίηση των αναγκών του με τα μέσα που του προσφέρει ο γύρω του κόσμος. Έτσι αποτυγχάνει. Όσο περισσότερο απο-λαμβάνει, τόσο πτωχαίνει. Διότι δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης. Οι ισορροπίες που κατορθώνει είναι ασταθείς. Όσο ψηλότερα ανεβαίνει, τόσο πιο απειλητικός επίκειται ο κίνδυνος της πτώσης.
Η προσκόλληση στα πράγματα του κόσμου γεννά την οδύνη. Οι σύνδεσμοι που υπηρετούν την ανάγκη συνεπάγονται αιχμαλωσία. Αυτό που έχουμε σήμερα, αύριο θα λείψει. Αυτό που κερδίζουμε, θα χαθεί. Αυτό που μας χαροποιεί, θα μας συν-θλίψει. Η χαρά που μας παρέχει ο κόσμος, θα σβήσει. Σκόνη και χώμα, όσα δεν ανοίγουν την προοπτική της αιωνιότητας. Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα όσα δεν απεργάζονται την νίκη κατά του θανάτου
Ο πόνος κυοφορεί την γνώση. Η ψηλάφηση των βυθών της οδύνης, εγείρει την διάθεση της φιλοσοφίας, τον πόθο της αιώνιας Αλήθειας. Ενεργοποιεί τους μηχανισμούς της αυτογνωσίας, τη δυνατότητα της υπαρξιακής αναμόρφωσης.
Ο άνθρωπος που ξεπέρασε τον φόβο της οδύνης και ζει με τη Χάρη του Θεού μέσα στην αγάπη ελευθερώνεται. Τα αρνητικά ερεθίσματα που δέχεται δεν βρίσκουν γόνιμο έδαφος πάνω του και αποξηραίνονται. Παρακολουθεί την ταραχή και την αγωνία των άλλων χωρίς να εμπλέκεται. Δεν συμπεριφέρεται αντιδραστικά πλέον αλλά δημιουργικά. Δεν υφίσταται, προτάσσει. Δεν απελπίζεται, δίνει κουράγιο. Προτιμά να δίνει παρά να παίρνει. Προτιμά να αγαπά παρά να τον αγαπούν.
Είναι ελεύθερος από τα δεσμά της ανάγκης. Τα κάγκελα του εγωκεντρισμού κάμπτονται και αναπαύεται στην διάσταση της Αγάπης. Η ουδετερότητά του μεταβάλλεται σε ενεργό συμμετοχή. Διευρύνεται και ενώνεται με τα πάντα. Συστενάζει με την οδύνη των ανθρώπων και του σύμπαντος κόσμου.
Συναγάλλεται με την δόξα των αγίων και των αγγέλων.
Η καρδιά του πτερώνεται με τον έρωτα του Θεού και καίγεται από αγάπη για όλη την κτίση. Ζει το παρόν, μέσα στο ιλαρό φως της αιωνιότητας. Η υπαρξιακή του κατάσταση ορίζεται από την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μέσα του λειτουργείται η προσευχή, η θυσία, η γνώση και η Θεία θέληση. Είναι ο άνθρωπος της πνευματικής Αγάπης.
Οι σχέσεις του είναι εσταυρωμένες. Η εγωφιλική δομή της ψυχής του αποσυντίθεται. Η εσωτερική του διάσταση μεταμορφώνεται και μαζί της μεταμορφώνεται ο χώρος, ο χρόνος και η συναίσθηση της προσωπικής του ταυτότητας.
Η αίσθηση της ξενιτείας αυξάνει. Αποφεύγει τις ενδοκοσμικές επικοινωνίες και βυθίζεται στη σιωπή.
Η εμπειρία του είναι μυστική, άρρητη, ανεξιχνίαστη και ακατάληπτη για τις γνωστικές δυνατότητες της ανθρώπινης νόησης.
Κοινωνεί με το Θεό. Είναι σε επαφή μαζί Του. Θερμαίνεται από Αυτόν. Επικοινωνεί μαζί Του. Γίνεται φίλος Του, γιος του, δούλος Του και αγαπημένος Του.
Η ζεστασιά του Αγίου Πνεύματος τρέφει την ψυχή και το σώμα του. Περισσεύει και διαχέεται στο περιβάλλον.
Αυτή την πνευματική κεχαριτωμένη φλόγα, φανερώνει το φωτοστέφανο στις αγιογραφίες.
Αυτή η ζέση, είναι η παρηγοριά και η χαρά των Αγίων.
Αυτή η χρυσή θέρμη, διαβρέχει τους νεφρούς
την καρδιά και τα οστά των Αγίων.
Είναι τα αναμορφωμένα πλάσματα που ομοιώθηκαν με τον Δημιουργό και πυκνώνουν στα σπλάχνά τους την άκτιστη ενέργεια του Αχώρητου.
Οι ανθοί γέρνουν αγαπητικά στη βία τ’ ανέμου. Ω! τα άνθη τα λευκά. Τα κλαριά άνοιξαν τη ζωή. ’ρωμα βαθύ. Ανοιξιάτικη πνοή. Μυστική ιστόριση της θείας παρουσίας.
Ο κόσμος στενάζει κάτω απ’ το βάρος της επιβίωσης. Πορευόμαστε ανέστιοι δίχως προορισμό. Η ματαιότητα πνίγει σταθερά τη ζωή. Η χαρά μας σχοινοβατεί. Οι σχέσεις μαράζωσαν στην δυσοσμία της παρακμής. ’τομα καβουρδισμένα, πρόσωπα εξουθενωμένα. Το κενό πνίγει βαριά την ανάσα μας. Ο κόσμος βουίζει, αδειανό κουφάρι ριγμένο στις πλάτες μας. Οι αισθήσεις πάγωσαν. Παρακολουθούμε τα γεγονότα κάτω απ’ το θολό τζάμι της ανίας. Τα βήματά μας κουράστηκαν. Ματιά, μάτια αγαπημένα, μητέρα! Βυζί τρυφερό, βρύση της ζωής, υπαρξιακό κέντρο του σύμπαντος.
Ουρανός λαμποκόπος, σφαίρα γαλάζια διάφανη. Δειλινό άγιο. Ιερότης πυκνή. Αγιασμός συμπαγής των όλων. Ο δρόμος της αλήθειας. Φως! Φως των ψυχών και των σωμάτων. Ευωχία αιωνιότητας. Χαρμονή ατελεύτητη. Αγάπη, αναπνοή των όντων.
Τα λόγια ασθένησαν. Επιβιώνουμε στον κύκλο του μηδενός. Τα οράματα, φτωχή τροφή της ανάγκης. Η αγωνία μου αιωρείται στο μαρτύριο της ανυπαρξίας Του. Η απουσία του θαύματος καλλιεργεί την απελπισία. Ο Θεός είναι ο μεγάλος απών της ιστορίας.
Χαρά ενδόμυχη απαστράπτουσα. Χαρά κεχαριτωμένη. Νηφαλιότης. Πηγή δροσερή της ζωής. Ευλογία μυστική. Αλλοίωση καλή των σωμάτων. Ελευθερία εσώτατη. Τρισευλογημένη φωτεινότητα. ’φθονα διαχέεται η χάρις του πανταχού παρόντος.
Το βάρος της ψυχής μου μένει απρόσιτο. Θεμελιώνεται η πίκρα μου στα βάθη της καρδιάς. Μη μιλάς για την αγάπη. Οι προσδοκίες μαράθηκαν. Η βία του μηδενός συντρίβει τις προοπτικές. Η ζωή εν τάφω.
Σφύζει η ζωή. Πληρότης. Ο αγρός πύκνωσε το άρωμά του. Τα πάντα καλά λίαν. ’πειρη η θεία ευλογία διαβρέχει τα κτίσματα. Φως, ιλαρόν αγίας δόξης πλημμυρίζει την πλάση. Ακύμαντη ωραιότης απαθούς διαφάνειας. «Ο εξαποστέλλων πηγάς εν φάραγξιν, αναμέσον των ορέων διελεύσονται ύδατα … Ανοίξαντός σου τη χείρα, τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος».(2) Χαρά, υπέρτατη απόλαυση, ηδονή απερίγραπτη. Συγκλονισμός βαθύς, επουρανίων δακρύων. Εορτή εορτών και πανήγυρις πανηγύρεων. Ο ουρανός ενώνεται τη γη. Απόκρυφο χαμόγελο των όντων. Ευωδία ογδόης ημέρας. Κατάπαυση του χρόνου. Στα μύχια της Δημιουργίας, πάλλεται το μυστικό τραγούδι της δοξολογίας. Δόξα θεοποιός, δόξα υπαρκτή, δόξα μεθεκτή, δόξα δωρούμενη, δόξα, φως, χαρά, ευλογία, ζωή, αλήθεια, ανάσταση.
Η ύπαρξη λειτουργείται στην άρρητη χαρά του αγίου πένθους. Η αλήθεια, οικοδομείται, μέσα μας, σταυρικά. Η νηστεία, οι μετάνοιες, η κόπωση, η εξασθένιση, αλαφρώνουν τις ψυχές και τα σώματα. Ολόκληρος ο άνθρωπος γίνεται ζωντανός ναός του Θεού.
Κύριε της αγάπης, παντοδύναμε, ακρότατε έρωτα, πατέρα, αξιάγαστε, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν. Πλημμύρισε τις καρδιές με τη ζωοποιό ενέργεια της θείας σου Χάριτος. Να αποκατασταθεί στο πρόσωπό μας η λαμπρότητα της δημιουργίας. Η λαμπρότητα του σύμπαντος κόσμου.

1:
Ωδή ογδόη
2:Ψαλμός ΡΓ’

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής. Οι τρεις πειρασμοί (Φώτης Κόντογλου) alopsis ΘΕΟΛΟΓΙΑ


ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Πολλά, αμέτρητα, είναι όσα γραφήκανε για τον Πα­πισμό, αλλά λίγα είναι σαν αυτά που έγραψε για το αινιγμα­τικό τούτο σύστημα ο πλέον βα­θυστόχαστος κι' αποκαλυπτικός Ρώσος συγγραφέας Θεόδωρος Ντοστογέφσκης. Τούτο το μοναδικό κείμενο είναι ένα κεφάλαιο μέσα στο βιβλίο του «Τ' Αδέρφια Καραμάζωφ», κι' αυτό το κεφάλαιο έχει για επανώγραμμα «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής». Ο Ντοστογέφσκης, μ' όλο που είναι ένα φιλο­σοφικό πνεύμα, ωστόσο στον «Μέγαν Ιεροεξεταστή» αισθάνεται και γράφει σαν Ορθόδοξος, που ξέ­ρει καλά ποιος είναι ο αληθινός Χριστός κι' η διδασκαλία του.
Στον «Μέγαν Ιεροεξεταστή» βάζει τον Χριστό αντιμέτωπο με τον ψεύτικο αντιπρόσωπό του στη γη, με τον Ιησουίτη Ιεροεξεταστή, το φοβερό τέρας που έκαιγε τους «αιρετικούς» στ' όνομα του Χριστού, ένα πράγμα απίστευτο κι' ακατανόητο. Είναι τρομερό να σκεφθή κανένας τι μπορεί να κά­νη ο διάβολος για να δυσφημήση τον Χριστό, αφού φτάνει στο σημείο να φαίνεται ο σατανάς πως είναι ο ίδιος ο Χριστός!

Σ' αυτό το παράδοξο κείμενο του Ντοστογέφσκη, ο Ιεροεξεταστής κάνει μια μακρυά εξομολό­γηση στον Χριστό, που δεν βγά­ζει μήτε μια λέξη από το στόμα του για να δώση απάντηση στα ερωτή­ματα του ιεροδικαστή, και για τούτο αποκρίνεται ο ίδιος σε όσα ερωτά. Με άλλα λόγια, όσα λέγει είναι ένας καταθλιπτικός μονόλογος που βγαίνει από το στόμα κάποιου πλά­σματος που θαρρείς πως ανέβηκε από την κόλαση.
Ο Ιεροεξεταστής καταδίκασε κάποιους «αιρετικούς» σε θάνατο με τη φωτιά, κι' αφού έγινε θανάτω­ση στη μεγάλη πλατεία μιας σπανιόλικης πολιτείας, γύρισε πίσω στο κελλί του, που βρισκότανε στο κτί­ριο του «Ιερού Δικαστηρίου», ικανοποιημένος πως έκανε το χρέος του, κατά το σύστημα που υπηρε­τούσε μ' έναν φρικτόν φανατισμό. Το σύστημά του ήτανε ένας Χρι­στιανισμός όχι όπως τον δίδαξε ο Χριστός, αλλά παραμορφωμένος κι' αγνώριστος ολότελα, μέχρι που να μοιάζη με θρησκεία του αντιχρίστου, κι' αυτό έγινε για να μπορούνε οι άνθρωποι να τον δεχτούνε, επειδή εκείνα που παραγγέλνει και που ζητά ο Χριστός από τους πιστούς του είναι, κατά τη γνώμη του Ιεροξεταστή και των ομοίων του, απόλυτα κι' ανεφάρμοστα, υπεράνθρωπα κι' απάνθρωπα. Δηλαδή ο Χριστιανισμός έγινε ένα σύστημα σαν τα άλλα ανθρώπινα συστήματα, μια κοσμική εξουσία που έχει στην εξουσία της τους πιστούς της, και που τους διοικεί, τους κρίνει και τους καταδικάζει όπως η πολιτική εξουσία. Από τον Χριστό κράτησε μοναχά το προσωπείο, κι' ό,τι κάνει, λέγει πως το κάνει στ' όνομα του Χριστού, ενώ το κάνει στ' όνομα του σατανά. Για τούτο ο Ιεροεξεταστής ολοένα αναφέρει τον διάβολο με σεβασμό, και τον ονομάζει «Αυτός», «το Μέγα και Σοφό Πνεύμα», «το Σοφό και ισχυρό Πνεύμα».
Αλλά αναπάντεχα, ενώ ο Ιεροεξεταστής ήτανε ικανοποιημένος που έκαψε τους αιρετικούς, υπηρετώντας το σύστημα της Παπικής Εκκλησίας, αναπάντεχα φα­νερώνεται ο Χριστός μέσα στον δρόμο, κι' ο κόσμος τρέχει από πί­σω του, κλαίγοντας από συγκίνη­ση. Με όλο που δεν λέγει ποιος είναι, κι' ούτε βγάζει μιλιά από το στόμα του, ωστόσο όλοι καταλάβανε πως ήτανε ο Χριστός. Τρέ­ξανε λοιπόν και του πήγανε τους αρρώστους τους, κι' Εκείνος τους θεράπευε, ανάστησε μάλιστα κι' ένα πεθαμένο παιδάκι, μπροστά στην καθεδρική εκκλησιά της Σεβίλλιας, εκεί που καίγανε τους «αιρετικούς» στ' όνομά του.
Εκείνη τη στιγμή πέρασε από κει ο Ιεροεξεταστής, ψηλός, κοκκαλιάρης, καραμουντζωμένος και κατσουφιασμένος, ίδιος σκιάχτρο, με βαθουλωμένα μάτια που βγάζανε σπίθες, γέρος ενενήντα χρονών.
Μόλις είδε τον Χριστό και το θαύμα που έκανε, έδωσε διαταγή στην «αγία φρουρά», που τον φύλαγε, να τον πιάσουνε. Πιάσανε λοιπόν τον Χριστό, κι' ο λαός, που λίγο πριν έκανε σαν τρελλός από τη χαρά του για τον Χριστό, άνοιξε δρόμο, ταπεινά κι' υπάκουα, για να περάσουνε οι στρατιώτες με τον κατάδικο τον Χριστό, κι' όλοι σκύψανε ως τη γη μπροστά στον Ιεροεξεταστή. Και κείνος βλόγησε σιωπηλά τον λαό, και γύρισε στο διαμέρισμά του, όπως είπαμε στην αρχή.
Αυτή τη διήγηση την παρου­σιάζει ο Ντοστογέφσκης σαν λογο­τεχνικό έργο του Ιβάν Καραμάζωφ, που ήτανε ένας από τους γυι­ούς του γέρου Καραμάζωφ, σπου­δασμένος στην ευρωπαϊκή φιλο­σοφία. Και το διαβάζει στον μι­κρότερο αδελφό του, τον Αλιόσα, που είχε γίνει καλόγερος, υποτα­κτικός σ' έναν άγιο γέροντα ξομολόγο, έναν «στάρετς», όπως τους λέγουνε στα ρωσικά.
Ο Αλιόσας, κάθε τόσο διακό­πτει τον Ιβάν που διαβάζει, και κάνει κάποιες παρατηρήσεις. Αυτές δε τις βάζω στο κείμενο του Ντοστογέφσκη που δίνω παρακάτω, για να μην κόβεται ο μονόλογος του Ιεροεξεταστή.
Πρέπει να σημειώσω πως αυτό το κείμενο δεν το αφήνω όπως εί­ναι γραμμένο από τον συγγραφέα, άλλα το άλλαξα κάμποσο, σε πολ­λά το άλλαξα πολύ, σε άλλα μέρη το συντόμεψα και σε άλλα μέρη προσπάθησα να το κάνω πιο απλο­ποιημένο, ώστε να το καταλάβη ο αναγνώστης καλύτερα. Το ύφος του Ντοστογέφσκη, επειδή είναι νευρικό, ακατάστατο, και συχνά έχει κάποια βορεινή αοριστία, το άλλαξα, κάνοντάς το πιο ήσυχο, πιο καθαρό και πιο απλό, για να νοιώση ο αναγνώστης τα δύσκο­λα και βαθειά νοήματα πιο εύκολα. Κάπου-κάπου έβαλα και κάποια λόγια του Χριστού από το Ευαγγέ­λιο, που δεν τα έχει ο Ρώσος συγγρα­φέας, για να γίνουν οι ιδέες του πιο χειροπιαστές, καθώς και μερι­κά εξηγητικά λόγια και υποσημειώ­σεις.

Η βάση, που απάνω της είναι γραμμένος «ο Μέγας Ιεροεξεταστής», είναι, με απλά λόγια, τού­τη: Πως ο Παπισμός είναι ένα σύστημα φοβερό, βγαλμένο από την αμαρτωλή και πονηρή διάνοια του ανθρώπου, που θέλει να εξουσιάζη απάνω στους ανθρώπους και να τους κάνη υποτακτικούς του, χωρίς αγάπη, χωρίς πίστη, χωρίς τίποτα χριστιανικό, αλλά γεμάτο από το πνεύμα του διαβό­λου, που λέγει όμως πονηρά πως η εξουσία του προέρχεται από τον Χριστό, και πως ό,τι κάνει το κά­νει εν ονόματί Του. Αυτή η σατα­νική υποκρισία είναι το μυστικό αυτού του συστήματος, που το κρύβουνε καλά οι ιερωμένοι του. Αλλά ένας από αυτούς, ο Μέγας Ιεροεξεταστής, από την οργή που ένοιω­σε σαν είδε τον Χριστό να έρχεται πάλι σε τούτο τον κόσμο για να χαλάση το «μεγάλο» έργο που έγινε μεν στ' όνομά του, χωρίς όμως να έχη σχέση μ' αυτό το έργο ο ίδιος ο Χριστός, από την παραφορά του λοιπόν το φανερώνει, φωνάζοντας στον Χριστό: «Εμείς δεχθήκαμε το ξίφος του Καίσαρα, που δεν θέ­λησες να το πάρης Εσύ, κι' έτσι σε πετάξαμε Εσένα κι' ακολουθή­σαμε Αυτόν», δηλαδή τον διάβολο. Σήμερα που γίνονται τόσες συζητήσεις απ' αφορμή της κίνησης που σηκώθηκε άξαφνα για το σμίξιμο του Βατικανού με το Οικουμε­νικό Πατριαρχείο, κίνηση που προ­έρχεται από το πνεύμα του κόσμου τούτου, που ενσαρκώνει ο Παπι­σμός, κι' επειδή οι πολλοί, σχεδόν όλοι, είναι ακατατόπιστοι στα ζη­τήματα της θρησκείας, και δεν γνω­ρίζουν τι αντιπροσωπεύει ο Πα­πισμός και τι αντιπροσωπεύει η Ορθοδοξία, θεώρησα καλό να γρά­ψω μερικά άρθρα σχετικά μ' αυτά τα θέματα, κι' ανάμεσα σ' αυτά είναι και τούτο που γράφω απ' αφορμή του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή» του Ντοστογέφσκη.


***


Στον μονόλογο που λέγει ο Μέ­γας Ιεροεξεταστής μπροστά στον Χριστό που στέκεται βουβός, γί­νεται πολύς λόγος για τους τρεις πειρασμούς του Χριστού. Γι' αυτό, καλό θα είναι να κυττάξουμε τι λέγει το Ευαγγέλιο γι' αυτούς τους πειρασμούς. Ας πάρουμε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Τότε ο Ιησούς ανήχθη εις την έρημον υπό του πνεύματος, πειρασθήναι υπό του διαβόλου, και νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα, ύστερον επείνασε. Και προσελθών αυτώ ο πειράζων είπεν "ει υιός ει του Θεού, ειπέ ίνα οι λί­θοι ούτοι άρτοι γένωνται". Ο δε αποκριθείς είπε: "Γέγραπται, ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού". Τότε παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος εις την αγίαν πόλιν, και ίστησιν αυτόν επί το πτερύγιον του ιερού, και λέγει αυτώ: "Ει υιός ει του Θεού, βάλε σεαυτόν κάτω. Γέγρα­πται γαρ ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου, και επί χειρών αρούσι σε, μήποτε προσκόψεις προς λίθον τον πόδα σου". Έφη αυτώ ο Ιησούς: "Πάλιν γέγραπται, ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου". Πάλιν παραλαμβάνει αυτόν ο διά­βολος εις όρος υψηλόν λίαν, και δείκνυσιν αυτώ πάσας τας βασι­λείας του κόσμου και την δόξαν αυτών, και λέγει αυτώ: "Ταύτα πάντα σοι δώσω, εάν πεσών προσ­κυνήσης μοι". Τότε λέγει αυτώ ο Ιησούς: "Ύπαγε οπίσω μου σα­τανά. Γέγραπται γαρ, Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις". Τότε αφίησιν αυτόν ο διάβολος, και ιδού άγγε­λοι προσήλθον και διηκόνουν αυτώ»(Ματθ. δ', 1).
Λοιπόν ο Ιεροεξεταστής λέγει στον Χριστό: «Το φοβερό και πο­νηρό Πνεύμα, το πνεύμα της ανυ­παρξίας και της αυτοκαταστροφής, μίλησε μαζί Σου στην έρημο και γράφηκε στο Ευαγγέλιο πως σε έβαλε σε δοκιμασία. Έτσι δεν είναι; Είναι δυνατό να ειπωθή ένα πράγμα πιο αληθινό από το νόημα που έχουνε αυτά τα τρία ερωτήματα που Σου έβαλε και που Εσύ τα πέ­ταξες, και που στα Ευαγγέλια λέ­γονται πειρασμοί; Αν έγινε ποτέ στη γη ένα αληθινό θαύμα, τρανταχτό σαν κεραυνός, αυτό ήτανε μοναχά εκείνο που έγινε εκείνη την ημέρα, την ημέρα των τριών πειρασμών. Αν συνάζαμε όλους τους σοφούς του κόσμου, τους εξουσιαστές, τους αρχιερείς, τους στο­χαστές, τους φιλοσόφους, τους ποι­ητές, και τους λέγαμε: "Βρήτε και συνθέσετε τρία ερωτήματα, που νάχουνε ανταπόκριση όχι με το άφθαστο ύψος της στιγμής εκεί­νης, αλλά μέσα σε τρεις φράσεις, σε τρεις λέξεις της ανθρώπινης γλώσσας, να κλείνεται ολόκληρη η μελλοντική ιστορία της ανθρω­πότητας, πιστεύεις, Εσύ, πως όλη η σοφία του κόσμου μαζεμένη θα μπορούσε να συλλάβη κάποιο πράγμα που να είναι σε δύναμη και σε βάθος ισάξιο με τα τρία ερωτήματα που Σου πρότεινε τότε το κραταιό και πονηρό Πνεύμα της ερήμου;... Μέσα σ' αυτά τα τρία ερωτήματα βρίσκεται ολόκληρο το μέλλον κι' η ιστορία της ανθρω­πότητας σαν προφητεία, και σ' αυτές τις τρεις εικόνες σμίγουνε όλες οι αξεδιάλυτες αντιφάσεις που υπάρχουνε στον κόσμο.
Εκείνον τον καιρό δεν ήτανε αυτό τόσο ολοφάνερο, επειδή το μέλλον της ανθρωπότητας ήτανε άγνωστο. Σήμερα όμως, ύστερ' από δεκαπέντε αιώνες, μπορούμε να δούμε πως με αυτά τα τρία ερω­τήματα προφητευθήκανε τα πάν­τα, και πως πόσο αληθινά βγήκανε, που ημείς να μη μπορούμε μή­τε να προσθέσουμε, μήτε ν' αφαι­ρέσουμε τίποτα. Κρίνε τώρα και μόνος Σου ποιος είχε δίκιο τότε; Εσύ, ή Εκείνος που Σε ρωτούσε; Θυμήσου το πρώτο ερώτημα. Η έννοιά του ήτανε τού­τη: Θέλεις να πας στον κόσμο με αδειανά χέρια, και μοναχά με μια αόριστη υπόσχεση για ελευθερία, που οι στενόψυχοι άνθρωποι δεν μπορούνε να την καταλάβουνε κα­θόλου, μάλιστα την φοβούνται, γιατί γι' αυτούς δεν υπάρχει τί­ποτα που να είναι πιο ανυπόφορο από την ελευθερία. Βλέπεις όμως τις πέτρες σ' αυτή την γυμνή και φλογισμένη έρημο; Κάνε τις ψω­μιά, κι' η ανθρωπότητα θα σε ακολουθήση σαν κοπάδι, γεμάτη ευγνωμοσύνη. Αλλά Εσύ δεν ήθελες να πάρης από τους ανθρώπους την ελευθερία, και δεν παραδέχτηκες αυτό που σου πρότεινε το κραταιό Πνεύμα, επειδή σκέφθηκες τι είδους ελευθερία θα είναι αυτή που αγο­ράζεται με ψωμιά, και του απο­κρίθηκες: «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». Αλλά γνωρίζεις πως εν ονόματι αυτού του επιγεί­ου άρτου, το πνεύμα της γης θα σηκωθή καταπάνω Σου και θα Σε πολεμήση και θα Σε νικήση;».
Σημ. Φ.Κ. Αυτόν τον ξεσηκωμό του πνεύματος της γης, δηλαδή της σαρκικής καλοπέρασης, κα­ταπάνω στον Χριστό, τον βλέπου­με σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Από αυτό το πνεύμα προέρχεται και η κίνηση που γίνεται για να ενωθούνε οι λεγόμε­νοι Χριστιανοί, αφού μάλιστα το διακηρύττουν ότι γίνεται για την επίγεια ευδαιμονία της ανθρωπό­τητας, και την επικροτούνε όλοι οι σαρκικοί άνθρωποι.
Για τους άλλους δυο πειρασμούς, που πρότεινε ο διάβολος στον Χρι­στό, δηλ. να πέση από την σκεπή του ναού για να τον αρπάξουν οι άγγελοι, καθώς και για τον άλλον, να προσκυνήση τον σατανά και να πάρη στην εξουσία του τα βασί­λεια της γης, μιλά ο Ιεροεξεταστής μέσα στο κείμενο του Ντοστογιέφσκη που βάζουμε παρακάτω.
Είπαμε λοιπόν πως η «αγία φρουρά» έπιασε τον Χριστό κατά διαταγή του Ιεροεξεταστή. Τον πήγανε και τον κλείσανε σε μια στενή, θολωτή και σκοτεινή φυ­λακή του Αγίου Δικαστηρίου.
Σαν νύχτωσε, ο Μέγας Ιεροεξεταστής, μ' ένα φανάρι στο χέρι, ξεκλειδώνει τη σιδερόπορτα και μπαίνει μέσα. Σταματά και κυττάζει κατάματα τον φυλακισμένο, σαν να τον τρυπά με το σουβλερό μάτι του. Ύστερα βάζει το φανά­ρι επάνω στο τραπέζι, πλησιάζει τον Χριστό, και του λέγει: «Είσαι Εσύ ο ίδιος;». Δεν παίρνει καμμιά απόκριση. Μα κατάλαβε πως είναι ο Χριστός, και γι' αυτό τον ρωτά: «Γιατί ήρθες να μας ενοχλήσης;». Ο Χριστός στέκεται βουβός. Για τούτο, ο Ιεροεξεταστής απαντά ο ίδιος στα ερωτήματά του.
Λέγει λοιπόν στον Χριστό: «Πριν από χίλια πεντακόσια χρόνια ήρθες να διδάξης στους ανθρώπους την ελευθερία. Μα εμείς, αφού τους υποδουλώσαμε, τους κάναμε να πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι, αν και φέρανε την ελευθερία τους και την ρίξανε στα πόδια μας.
Αυτός ο δρόμος είναι ο μόνος που κάνει τους ανθρώπους ευτυ­χισμένους. Μα Εσύ δεν θέλησες να τον ακολουθήσης. Ευτυχώς όμως που μας έδωσες την εξουσία "του δεσμείν και λύειν", και κάνουμε εκείνο που Εσύ δεν το έκανες. Τώ­ρα δε μπορεί να σκέπτεσαι πως μπορεί να μας πάρης πίσω αυτήν την εξουσία. Λοιπόν, γιατί ήρθες να μας ενοχλήσης;
Το Μέγα Πνεύμα Σου έβαλε τρία ερωτήματα, τότε που Σε πεί­ραξε στην έρημο. Μέσα σ' αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται όλη η μέλ­λουσα ιστορία της οικουμένης και της ανθρωπότητας. Ενώ το κρα­ταιό Πνεύμα Σου είπε να το προσ­κύνησης για να γίνουν "οι λίθοι άρτοι", Εσύ του αποκρίθηκες: "Δεν θα ζήση ο άνθρωπος μοναχά με το ψωμί", δηλ. μόνο με τις υλικές απολαύσεις. Εσύ δηλαδή, αντί αυτή τη χεροπιαστή υλική επιτυ­χία, τους έδινες μια ελευθερία που δεν μπορούν να την καταλάβουν οι άνθρωποι, γιατί ο νους κι' η καρ­διά τους είναι περιωρισμένα. Η ελευθερία που τους έδωσες, είναι γι' αυτούς το πιο ανυπόφορο πρά­γμα. Ενώ αν έκανες τις πέτρες ψω­μιά, όλη η ανθρωπότητα θα Σε ακο­λουθούσε με ευγνωμοσύνη. Εσύ όμως είπες: "Δεν θα ζήση με ψωμί μοναχά ο άνθρωπος". Ξέρεις λοιπόν πως εν ονόματι αυτού του επίγειου ψωμιού θα σηκωθή καταπάνω Σου το πνεύμα της Γης (του κόσμου); Ξέρεις ακόμα πως η ανθρωπότητα με το στόμα των σοφών της και των διανοουμένων της θα διακηρύξη, ύστερ' από αιώνες, πως δεν υπήρξανε μήτε αμαρτίες, μήτε εγκλή­ματα, παρά μοναχά πεινασμένοι άνθρωποι; Εσύ τα ξέρεις αυτά. Η σημαία που θα σηκωθή καταπά­νω Σου θα γραφή απάνω: "Πρώτα χόρτασέ μας, κι' ύστερα ζήτα από μας να κάνουμε τον λόγο Σου!". Με αυτή τη σημαία θα γκρεμίσουν τον ναό Σου, και στη θέση του θα χτίσουνε ένα φοβερό πύργο του Βαβέλ.
Εμείς όμως θα τους χορτάσου­με, και θα τελειώσουμε αυτόν τον πύργο του Βαβέλ. Και θα τους πούμε ψέματα πως αυτό που κά­νουμε το κάνουμε στ' όνομά Σου. Εσύ τους υποσχέθηκες "τον ουράνιον άρτον". Μπορεί αυτό το ψωμί να συγκριθή με το χεροπιαστό ψωμί, με το επίγειο ψωμί; Κα­λά, τέλος πάντων, για "τον ουρά­νιον άρτον" θα Σε ακολουθήσουν χίλιοι, δέκα χιλιάδες, εκατό χιλιά­δες. Αλλά τί θα γίνουνε τα εκα­τομμύρια και τα δισεκατομμύρια πλάσματα που δεν θάχουνε τη δύ­ναμη να περιφρονήσουν το επί­γειο ψωμί, για να λάβουν "τον ουράνιον άρτον" Σου; Εμείς θα γίνουμε σωτήρες γι' αυτά τα εκα­τομμύρια, και θα μας θεοποιήσουνε, γιατί εμείς πήραμε απάνω μας την ελευθερία τους. Εμείς όμως θα πούμε πως έχουμε για αρχηγό Εσένα, και πως πήραμε την εξου­σία από Εσένα. Θα λέμε ψέματα, μα αυτό θα είναι χρέος μας. Να, αυτά είχα να πω για το πρώτο ερώ­τημα του πειρασμού, που Σου πρό­τεινε στην έρημο. Περιφρόνησες το μόνο μέσον που μ' αυτό θα μπορούσες να κάνης να σε λατρεύουν όλοι οι άνθρωποι, κι' όχι μοναχά εκείνοι οι λίγοι (δηλ. εκείνοι που κρατούνε τον αληθινό λόγο του Χριστού, Φ.Κ.). Οι άνθρωποι θέ­λουν να παραδώσουν την ελευθε­ρία τους σε κάποιον. Κι' Εσύ, αντί να πάρης την ελευθερία τους και να γίνης εξουσιαστής τους, τους χάρισες ακόμα περισσότερη ελευ­θερία. Αυτό ξεπερνά τη δύναμη τους, και για τούτο Εσύ στάθηκες γι' αυτούς σκληρός, και δεν τους αγάπησες με το να τους δώσης την ελευθερία. Γι' αυτό, Εσύ ο ίδιος συνήργησες στο γκρέμισμα της βασιλείας Σου, και δεν πρέπει να κα­τηγοράς κανέναν γι' αυτή την καταστροφή».
Ο Ιεροεξεταστής εξακολού­θησε να μιλά δίχως να παίρνη απάν­τηση από τον Χριστό, που στεκό­τανε μπροστά του. Του μιλά για τον δεύτερο πειρασμό:
«Το πονηρό και ισχυρό Πνεύμα Σού είπε ακόμα να πέσης από την σκεπή του ναού, για να Σε σηκώ­σουν οι άγγελοι για να μην πάθης τίποτα. Μα Εσύ κι' αυτό δεν το παραδέχθηκες, και του αποκρί­θηκες: "Ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου". Και τότε που Σε σταυρώσανε και Σου φωνάζανε περιπαιχτικά "κατέβα, αν μπορής, από τον σταυρό", Εσύ δεν κατέ­βηκες να τους κάνης να σέρνονται μπροστά Σου, γιατί δεν ήθελες να καταργήσης την ελευθερία τους.
Γι' αυτό, ο προφήτης και μαθη­τής Σου έγραψε πως είδε στην πρώτη ανάσταση μοναχά δώδεκα χιλιάδες σωσμένους (Αποκάλυψις Ιωάννου ζ', 5. Λέγει όμως για δώδεκα χιλιάδες από κάθε φυλή του Ισραήλ, Φ.Κ.). Λοιπόν, μοναχά αυτοί οι λίγοι ήτανε εκείνοι που βαστάξανε τον σταυρό Σου και γινήκανε παιδιά της ελευθερίας Σου, δηλαδή οι δυνατοί; Κι' οι άλλοι; Τι θα γίνουν οι άλλοι; Ήρθες λοιπόν στον κόσμο μοναχά για τους λίγους εκλεκτούς; Μα αυτό είναι ένα μυστή­ριο που δεν το καταλαβαίνουμε.
Λοιπόν, εμείς τελειοποιήσαμε το έργο Σου, και κάναμε ένα σύστη­μα που να μην χάνονται κι' οι αδύ­νατοι. Ώστε δεν είχαμε δίκιο να κάνουμε όπως κάναμε;(1). Δεν αγαπή­σαμε εμείς την ανθρωπότητα όπως φερθήκαμε; Γιατί λοιπόν ήρθες να μας το χαλάσης;
Όλα όσα Σου λέγω γνωρίζω πως τα ξέρεις. Λοιπόν, γιατί να Σου κρύψω το μυστικό μας; Αλλά ας Σου το πω, να τ' ακούσης από το στόμα μου: "Λοιπόν, δεν ήμαστε με Σένα, αλλά μ' Αυτόν (τον διάβο­λο). Από οχτακόσια χρόνια πήγαμε μ' Αυτόν"(2).
Από οχτώ αιώνες δεχθήκαμε απ' Αυτόν το τρίτο δώρο που Σου πρόσφερε, δείχνοντάς Σου τα βα­σίλεια της γης, κι' Εσύ δεν τα δέ­χτηκες, τα πέταξες. Η εξουσία είναι τρομερή δύναμη, και Σου την πρόσ­φερε το σοφό Πνεύμα, κι' Εσύ δεν την πήρες. Εμείς όμως την πήρα­με. Ναι. Πήραμε απ' Αυτόν τη Ρώμη και το σπαθί του Καίσαρα, κι' ανα­κηρύξαμε τους εαυτούς μας επίγει­ους αυτοκράτορες, μάλιστα κοσμοκράτορες, αν και το έργο αυτό δεν τελείωσε ακόμα. Και ποιος φταί­ει γι' αυτό; Το έργο μας βρίσκεται ακόμα στην αρχή, αλλά θα βαστάξη στον αιώνα, ως να πεθάνη η γη. Όπως και να είναι, εμείς θα το τε­λειώσουμε, θα ήμαστε Καίσαρες.
Εσύ όμως θα μπορούσες να αδράξης το σπαθί του Καίσαρα από τότε που Σου το πρόσφερε το τρομερό και σοφό Πνεύμα, πριν από χίλια πεντακόσια χρόνια. Αν είχες ακούσει τη συμβουλή του, θα είχες πραγματοποιήσει όσα ποθούν οι άνθρωποι. Θα είχανε γί­νει ένα κοπάδι που θα σκέπαζε τη γη, που θα Σε προσκυνούσε. Γιατί η ανθρωπότητα έχει μέσα της την επιθυμία να γίνη μια παγκόσμια οργάνωση. Οι μεγάλοι κατακτη­τές, όπως ο Ταμερλάνος κι' ο Τζέκις-Χάν, θελήσανε να υποτάξουνε όλον τον κόσμο, φανερώνοντας έτσι κι' αυτοί, χωρίς να το γνωρίζουνε, πως ο πόθος της ανθρωπό­τητας είναι να κάνη μια παγκό­σμια ένωση.
Αν είχες δεχθή τότε την εξουσία τούτου του κόσμου και τη χλαμύδα του Καίσαρα, θα είχες τώρα ιδρύσει ένα παγκόσμιο κράτος και θα είχες χαρίσει την ειρήνη σ' όλον τον κόσμο. Γιατί, ποιος άλλος μπορεί να κυριαρχήση απάνω στους ανθρώ­πους, παρά εκείνος που εξουσιάζει τα ψωμιά τους, "τους άρτους" τους; Εσύ όμως έλεγες: "Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου". Αλλά εμείς δεχθήκαμε το σπαθί του Καίσαρα, κι' έτσι Σε πετάξαμε Εσένα, κι' ακολουθήσαμε Αυτόν, το μέγα και κραταιό Πνεύμα. Οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουνε να τελειώσουνε τον πύργο του Βα­βέλ που αρχίσανε να χτίζουνε, αν δεν αναλάβουμε εμείς, αλλοιώς θα φαγώνουνται μεταξύ τους. Και σαν αναλάβουμε εμείς, τότε θα ανατεί­λει για τους ανθρώπους το κράτος της ειρήνης και της ευδαιμονίας.
Εσύ είσαι περήφανος για τους λίγους που θα έχης ("το μικρόν ποίμνιον", που είπε ο Χριστός, Φ.Κ.), ενώ εμείς θα χαρίσουμε την ειρήνη και την ευτυχία σε όλη την ανθρωπότητα. Ποιος ξέρει αν κι' αυτοί οι διαλεχτοί Σου δεν θα βαρεθούν να Σε περιμένουνε, κι' αν στο τέλος δεν σηκωθούνε κι' αυτοί  καταπάνω Σου! Έννοια Σου. Θα τους πείσουμε πως θα είναι ελεύ­θεροι και ευτυχισμένοι, αν αφοσιωθούν σε μας. Θα συρθούνε μπροστά μας και θα κράζουνε: "Είχατε δίκιο· μοναχά εσείς γνωρίζετε το μυστικό του Μεγάλου Πνεύμα­τος!". Θα δούνε πως εμείς μπορεί να μην κάνουμε ψωμί τις πέτρες, αλλά θα το παίρνουνε από τα χέ­ρια μας, και θα θυμούνται πως πριν και το ψωμί στα χέρια τους γινό­τανε πέτρες.
Εσύ μπόδισες τους ανθρώπους νάρθουνε σε μας. Εσύ κομμάτια­σες το κοπάδι και το έκανες να σκορπίση σε άγνωστους δρόμους. Αλλά θα μαζευτή πάλι, και θα γί­νη υπάκουο σε μας. Κι' αυτή τη φορά στους αιώνες των αιώνων.
Θα τους χαρίσουμε εμείς μια ευτυχία ταπεινή και ήσυχη, που είναι για αδύναμα πλάσματα, όπως είναι αυτοί οι άνθρωποι. Θα τους διδάξουμε την ταπείνωση, επειδή Εσύ τους σήκωσες πολύ ψηλά(3), και περηφανευθήκανε. Εμείς θα τους δώσουμε να καταλάβουνε πως είναι αδύνατα και φοβιτσάρικα ανθρωπάρια.
Θα μας θαυμάζουνε και θα είναι περήφανοι για μας, που ήμαστε τόσο δυνατοί και τετραπέρατοι, και γιατί μπορέσαμε και δαμάσα­με ένα κοπάδι τόσο μεγάλο με εκα­τομμύρια κεφάλια που θα σκύβουν μπροστά μας(4), θα τρέμουνε τον θυ­μό μας. Μα θα μας αγαπούνε κιό­λας, γιατί θα τους δίνουμε συγ­χώρεση των αμαρτιών, επειδή θα τους πούμε πως εμείς έχουμε τη δύναμη να σβήσουμε τις αμαρτίες τους, και πως μπορούνε να κάνουνε αμαρτίες, και πως τις συγχωρούμε από αγάπη.
Όλα όσα λέγω θα γίνουνε, και το βασίλειό μας θα στεριωθή απά­νω σε γερά θεμέλια. Αύριο θα δης αυτό το κοπάδι, που είναι υπάκουο σε κάθε χειρονομία μου, να πλημμυρίση το μέρος που θα προστά­ξω να Σε κάψουνε, και να συνδαυλίζη τη φωτιά. Γιατί, αν υπάρχη ένας που είναι άξιος να καή, αυτός είσαι Εσύ! Αύριο θα Σε κά­ψω».

Εδώ τελειώνει αυτός ο βασα­νιστικός μονόλογος κι' η κατα­χθόνια αυτή ιστορία. Μια ιστορία συμβολική, που, όπως είπαμε, την είχε γράψει ο Ιβάν Καραμάζωφ και τη διάβαζε στον αδελφό του Αλιόσα, τον καλόγερο, τον φανατισμένο Ορθόδοξο. Ο Αλιόσας κάθε τόσο έκοβε στη μέση τον Ιβάν, για να του κάνη κάποια πα­ρατήρηση. Ανάμεσα σε άλλα, είπε και τα παρακάτω:
«Οι Ιησουίτες είναι ο ρωμαϊκός στρατός για το μελλοντικό επίγειο κράτος, μ' έναν Καίσαρα επί κε­φαλής, τον Πάπα, τον αυτοκρά­τορα. Σκοπός τους είναι το ν' αποχτήσουνε δύναμη και πρόστυχα επίγεια πλούτη. Αυτός είναι όλος-όλος ο σκοπός τους. Σε Θεό φαί­νεται πως δεν πιστεύουν. Το με­γαλύτερο μυστικό τους, που θα το κρύβουνε καλά, είναι η αθεΐα τους. Ο Ιεροεξεταστής σου, Ιβάν, δεν πιστεύει σε Θεό. Αυτό είναι όλο το μυστήριό του».



Σημειώσεις:

(1) Οι παπικοί κάνουνε μια θρησκεία βολική, με θεατρινισμούς, με τραγούδια, με φιέστες, με παρδαλά φορέματα, με ζωγραφιές ευχάριστες, κ.λπ. (Φ.Κ.).
(2) Θέλει να πη για το σχίσμα που χώρισε τον Παπισμό από την Αποστολική Εκκλησία.
(3) «Εγώ είπα, θεοί εστε» (Ιωάν. ι', 35) (Φ.Κ).
(4) Οι παπικοί καυχιούνται και περηφανεύονται γιατί είναι εκατομμύρια οι οπαδοί τους (Φ.Κ.)

 


(«Ορθόδοξος Τύπος», 10 Φεβρουαρίου, 1 Μαρτίου, 10 Απριλίου, 1 Μαΐου 1970. Το άρθρον τούτο εδημοσιεύθη αρχικώς εις την «Ελευθερίαν» τω 1965, ολίγον προ του θανάτου του Φωτίου.)





Ευχαριστούμε τον φίλο Κωνσταντίνο Κ. που μας προέτρεψε στην επαναδημοσίευση του άρθρου. Πραγματικά άξιζε... 



Σημείωση (Πηγή: Περιοδικό "ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ", Ιαν.- Φεβρ. 2006)

Οι απλές χαρές του καλοκαιριού (Φώτιος Κόντογλου) alopsis


ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Βλογημένος ο άνθρωπος που μπορεί, τώρα το καλοκαίρι, να ξεμακρύνει για λίγο από την ταραχή της πολιτείας. Αν του αρέσει η θά­λασσα, ας πάει σε κανένα νησί, που δεν είναι ακόμα χαλασμένοι οι νησιώτες, ή σε κανένα ψαραδοχώρι. Να μην κουβαλήσει όμως μαζί του την πολιτεία, όπως κάνουνε πολλοί, που από τη μια θέλουνε να αφήσουνε την ταραχή πίσω τους, κι από την άλλη κουβαλάνε μαζί τους όλα τα περίπλοκα και κουραστικά καθέκαστα της πολιτείας. Πάρε μαζί σου όσο λιγώτερα πράγματα μπορείς.

Γιατί, το πιο μεγάλο κέρδος που θα 'χεις πηγαίνοντας σ' ένα τέτοιο μέρος, θα 'ναι η φχαρίστηση που νιώ­θει ο άνθρωπος σαν του λείψουνε πολλά πράγματα, που τα έχει στην πολιτεία τόσο εύκο­λα, και που εκεί πέρα θα του φαίνεται σαν κά­ποια μεγάλη απόλαυση και χαρά το πιο πα­ραμικρό πράγμα. Δυστυχισμένοι οι άνθρωποι που δεν τους λείπει τίποτα, και δεν έχουνε την ελπίδα να λαχταρήσουνε κάποιο πράγμα, είτε φαγητό είναι, είτε ξεκούρασμα, είτε ομιλία, είτε ζεστασιά, είτε δροσιά. Και καλότυχοι αληθινά όσοι δεν τα έχουνε όλα εύκολα, και για τούτο γίνουνται για δαύτους ολοένα νέα και δροσερά όλα τα πράγματα.

Λοιπόν, μην πάρεις πολλά πράγματα μαζί σου, για να μην πάρεις και την ατονία και την ανοστιά, που δίνει στον άνθρωπο η εύκολη απόλαυση. Τότε θα κα­ταλάβεις πόσο πολύτιμα είναι και τα πιο τιποτένια πράγματα. Η μοναξιά θα δώσει αξία στην απλή πα­ρέα, η πείνα στο μαύρο ψωμί, η κούραση στο σκληρό στρωσίδι. Η πύρα του ήλιου κ' η αρμύρα της θάλασσας θα ψήσει το πετσί σου, θα στύψει το κορμί σου και την πληγιασμένη ψυχή σου και θα νοιώσεις πως ζεις αληθινά, όπως ζούνε τα άλλα τα πλάσματα που απομείνανε στον φυσικό τρόπο της ζωής τους. Θα καταλά­βεις στο κορμί σου και στην ψυχή σου αληθινή υγεία, και κάποια ζωντάνια που την είχες ξεχάσει΄ κι αυτό που έλεγες υγεία στην πολιτεία, θα σου φανεί τότε σαν αρρώστεια. Θα ξεκουραστείς από την απλοποίηση της ζωής σου, αν βέβαια δεν είσαι ολότελα χαλασμένος, ώστε νά 'χεις την ιδέα πως η ευτυχία είναι το νά 'σαι μπερδεμένος μέσα σε χίλια δυο σκοινιά, και νά 'χεις στο μυαλό σου άλλες τόσες έγνοιες. Σαν αρχίσεις να ξεχωρίζεις σιγά-σιγά τον εαυτό σου, που είτανε πρω­τύτερα πολύ μακρυά, σαν ίσκιος, και να κάνεις συντρο­φιά μαζί του, χωρίς να στεναχωριέσαι. Δεν θέλω να πω πως θα πιάσεις να μιλάς με τη θάλασσα, με τα δέντρα, με τα πουλιά, με τις πέτρες, και να τα λες αδέλφια σου, όπως έκανε ο άγιος Φραντζέσκος, αλλά θα σου φαίνεται πως δεν πέφτεις από την κουτή σου την αξιοπρέπεια σαν ξαπλώσεις στο χώμα και κοιτά­ζεις ώρες τα μαμούνια, είτε, σαν κάθεσαι στην θαλασσόπετρα και σεριανίζεις τα ψαράκια, τα καβούρια και τ' άλλα τα ζωντανά τ' αρμυρού νερού, δίχως να κου­ράζεσαι και να βαρυέσαι.

...

Η δύναμη της πίστης και η αδυναμία της απιστίας (Φώτης Κόντογλου) alopsis


ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα, ή ν’ αποχτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τάχουνε στην ανάγκη τους.

Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Αλλά τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή, και που λένε πως έχουνε την ελπίδα τους στο Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέρφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πως οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πως μπορούνε να συμβιβάσουν μια ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, και όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, πόσο περισσότερο θα φροντίσει για σας, ολιγόπιστοι;».

Αυτά είναι λόγια καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πως πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πως μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’ από τους άθεους; Θα πει πως νομίζει πως θα ξεγελάσει τον Θεό. Αλλά «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλ., ο Θεός δεν περιπαίζεται.

Και όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, αλλά να μη μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίζουν. «Βάστα γερά, σου λέει τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για νάχεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λόγια του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».

Ο απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί, παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κ’ η Παναγία δεν τρέ­ξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέρφια τους.

Ο απόστολος Παύλος λέει πάλι αλλού: «Είναι καλό, να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του Θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ’ αυτά δεν ωφεληθήκανε όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».

Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θάπρεπε ο κάθε άνθρωπος να τόχει μέρα – νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πως κρύφτηκε από αυτόν.

Πόσο αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πως το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πως τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλιούνται σ’ όλη την οικουμένη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι’ από τέτοιους κυβερνιέται, ο κόσμος. Ή οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τους αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πως δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!

Η περηφάνια θολώνει την κρίση. Κι’ όπου υπάρχει περηφάνια, δε μπορεί να υπάρχει πίστη! Κι’ απ’ όπου λείπει η πίστη, λείπει κ’ η ελπίδα. Αν πιστεύανε οι άνθρωποι πως εκείνα που λέει ο Χριστός είναι αληθινά, δεν θα κολλούσανε τόσο στα επίγεια. Αλλά, κατά βάθος, τα λόγια του Κυρίου είναι καλά γι’ αυτούς, για να ευχαριστιούνται τ’ αυτιά τους μοναχά. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει: «Αν πιστεύεις πως ο Θεός προνοεί για σένα, τι μεριμνάς και φροντίζεις για τα πρόσκαιρα και για τις ανάγκες της σάρκας σου; Κι’ αν πάλι δεν πιστεύεις πως ο Θεός φροντίζει για σένα, και για τούτο φροντίζεις, χωρίς εκείνον, για τις ανάγκες σου, είσαι ο πλέον ταλαίπωρος απ’ όλους τους ανθρώπους. Ρίξε τη μέριμνα σου στον Κύριο, κι’ εκείνος θα σε θρέψει. Και δεν θα φοβηθείς απ’ όποιον κίνδυνο κι’ αν έρθει καταπάνω σου». Και συνεχίζει ο άγιος: «Από καιρό σε καιρό η ψυχή σου σαλεύει με φόβο, τόσο που να δειλιάζει κι’ από έναν ίσκιο. Γιατί η πίστη είναι εκείνη η δύναμη η νοητή, που στηρίζει την καρδιά στο φως της διάνοιας και που με τη μαρτυρία της συνειδήσεως, δίνει στην ψυχή πολλή πεποίθηση, ώστε να μη φροντίζει η ίδια για τον εαυτό της, αλλά να κρεμάσει στον Θεό τη φροντίδα της για όλα, χωρίς να μεριμνά για τίποτα».

Ο άγιος που τα λέει αυτά, δεν τα είπε μοναχά, όπως κάνουν οι περισσότεροι, αλλά τα έκανε στην πράξη, γιατί πήγε κι’ ασκήτεψε από νέος στην έρημο της Μεσοποταμίας, χωρίς να φροντίσει ολότελα για τη συντήρησή του, κι’ όπως λέει ο ίδιος, δεν στερήθηκε τίποτα σ’ όλη τη ζωή του. Και μάλιστα, σαν τον πήραν οι χριστιανοί με το στανιό και τον κάνανε επίσκοπο της Νινευή, δεν πέρασε πολύς καιρός και γύρισε πίσω στην αγαπημένη του έρημο, κ’ εκεί τελείωσε τη ζωή του και «εκοιμήθη πλήρης ημερών».

Αλλά, θα μου πει κανείς πως αυτά γίνονταν τον παλαιό καιρό, και πως σήμερα δεν υπάρχουν άνθρωποι με τέτοια πίστη. Λοιπόν τον διαβεβαιώνω πως ναι. Υπάρχουν και στη σημερινή αμαρτωλή και σαρκική εποχή κάποιοι γνήσιοι μαθητάδες του Χριστού, που αναθέσανε τη φροντίδα της ζωής τους στον Κύριο. Εγώ γνωρίζω κάμποσους τέτοιους, κ’ έχω πληροφορηθεί και για άλλους πολλούς. Είναι απίστευτο, και όμως είναι αληθινό.

...

Λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. «Να μην αδυνατίσει (να μην κλονιστεί) η πεποίθησή σου (η εμπιστοσύνη σου) στον Προνοητή σου, στον Θεό. Γιατί τα οικονομεί ο Κύριος κατά θαυμαστό τρόπο, για τους δικούς του ανθρώπους. Επειδή και στην ακατοίκητη έρημο εξοικονομεί εκείνους που κάθονται με την πεποίθηση σ’ Αυτόν, κι’ όχι στη βοήθεια από τους ανθρώπους».


(Φώτη Κόντογλου, απόσπασμα από το βιβλίο "Ασάλευτο Θεμέλιο", Εκδ. Ακρίτας)


Η ορεινή γυνή: Ταπεινές κι αγιασμένες ψυχές (Φώτης Κόντογλου) alopsis


ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αν γυρίσης τον κόσμο, θα δης πως δεν θάβρης παρά σπάνια ευτυχισμένους ανθρώπους, και κείνους με λιγόχρονη κι άστατη ευτυχία, πικραμένους όμως θα βρης πολλούς, σε κάθε πάτημά σου. Αδέρφια σου στη χαρά δεν θα βρης πολλά, μα αδέρφια στην πίκρα θα βρης πάρα πολλά.
Αυτό φανερώνει πως τούτος ο κόσμος είναι ένας τόπος που έρχεται ο άνθρωπος για να δοκιμασθή κι' όχι για να ευτυχήση. Αφήνω πως ευτυχία δεν είναι η καλοπέραση του κορμιού, κι' αυτό φαίνεται τρανώτατα από το ότι οι καλο­περασμένοι κ' οι πλούσιοι δεν είναι ευτυχισμένοι, αλλά κάνουνε τον ευτυχισμένο και στο τέλος βαριούνται τη ζωή τους. Γιατί κι' άρρωστοι να μην είναι, κ' οικογενειακές σκο­τούρες να μην έχουνε, κι' από τις εμπορικές έγνοιες να στέκουνται μακρυά, πάλι καταλαβαίνουνε πως η ευτυχία τους είναι ρηχή και ψεύτικη, κι' ολοένα ζητάνε να βρούνε την αληθινή την ευτυχία, κ' επιχειρούνε κάθε τόσο ν' αλλάξουνε τη ζωή τους, πλην μάταια, επειδή όλα όσα κάνουνε για να ευτυχήσουνε, καταντούνε στο ίδιο συμπέρασμα, γιατί δεν βγαίνουνε έξω από την καλοπέραση του κορμιού. Πίνουνε από ένα νερό που δεν ξεδιψά τον άνθρωπο. Και το μονάχο νερό που ξεδιψά είναι εκείνο που αποζητά η ψυχή.

Η ψυχή μπορεί να είναι ευτυχισμένη και μέσα σ' ένα κορμί δυστυχισμένο, κακοπερασμένο και στερημένο, άρρω­στο κι' ασκημισμένο. Αυτό είναι το παράδοξο. Η πίστη κ' η ελπίδα είναι η χαρά της ψυχής, και κοντά στην ψυχή που νοιώθει την χαρά αυτή, δροσίζεται κι' ανακουφίζεται και το σώμα, κι' ας είναι κακοπαθιασμένο. Ίσια-ίσια μέσα σε τέ­τοιο κορμί η ψυχή λυτρώνεται και χαίρεται, ερχόμενη σε κατάνυξη. Για τούτο είπε το γλυκύτατο στόμα του Χριστού: "Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται", "μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών", "μακάριοι οι κλαίοντες νυν, ότι γελάσετε. Πλην ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέ­χετε την παράκλησιν υμών", που θα πη "αλλοίμονο σε σας τους πλούσιους, τους ξεκούραστους, τους καλοπερασμέ­νους, γιατί δεν θα βρήτε πουθενά παρηγοριά". Κι' ο απόστολος Παύλος λέγει πως οι χριστιανοί φαίνουνται λυπη­μένοι, μα από μέσα χαίρουνται "ως λυπούμενοι, αεί δε χαίροντες", γράφοντας στους Κορινθίους. Και στους Κολασσαείς γράφει: "Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου", "έχω χαρά, λέγει, που βασανίζουμαι για τον Χριστό". Κι' αλλού γράφει πως σαν παρακάλεσε τον Χριστό να τον ανακουφίση λίγο από τους πειρασμούς, ο Κύριος του είπε: "Σου φτά­νει η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου με τη δική σου αδυναμία φανερώνεται", δηλαδή "δεν παίρνω από πάνω σου τις δυστυχίες, γιατί μ' αυτές η ψυχή σου δυναμώνει και νοιώ­θει τη χαρά της αθανασίας".
Αλλά, η θλίψη κ' η στενοχώρια του κάθε ανθρώπου δεν φέρνει στην ψυχή του την πνευματική αγαλλίαση, αλλά μοναχά αν ο άνθρωπος πιστεύη στον Θεό και έχει μέσα του "την μακαρίαν ελπίδα", πως όσα υποφέρει είναι δοκιμασίες για να καθαρισθή και για να γίνη άξιος της θεϊκής μακα­ριότητας.
Αυτά θα φαίνουνται σε πολλούς σαν παραδοξολογίες. Μα ο Χριστός δεν έλεγε παραδοξολογίες, αλλά αλήθειες. Επειδή όμως οι άνθρωποι κρίνουνε με τα δικά τους τα μέτρα, μην πιστεύοντας στα λόγια του Χριστού, δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσουνε τη ψευτιά από την αλήθεια, και λένε μάλιστα την αλήθεια παραδοξολογία και τη ψευτιά αλή­θεια.
Μια από τούτες τις μέρες βρέθηκα σ' ένα βουνό πυκνοδασωμένο και μοσκοβολημένο, και σαν να ξαναγεννήθηκα. Περπατούσα σ' ένα έρημο μονοπάτι, κι' ανάσαινα το δρο­σερό αγεράκι που κατέβαινε από τις ραχούλες, και δόξαζα τον Θεό που μπορούμε ακόμα να καταφεύγουμε σε τούτη την αγνή πλάση, που είναι ως τα σήμερα όπως την έφτιαξε η σοφία κ' η αγάπη Του, μακρυά από την πνιχτική βρώμα της αλεποφωλιάς που τη λένε πολιτεία, και που βράζει μέσα της κάθε λογής αμαρτία, κακία, πονηριά, κάθε λογής ασκή­μια, μ' όλα τα ψεύτικα στολίδια που στολίσανε αυτή τη σιχαμερή πόρνη οι εραστές της.
Εκεί που περπατούσα, βλέπω να βγαίνη από το δάσος μια μικροκανωμένη γυναίκα, μ' ένα σακκί στον ώμο. Ήτα­νε ξυπόλητη, με το κεφάλι τυλιγμένο μ' ένα τσεμπέρι, και βαστούσε στο χέρι της ένα ραβδί. Σαν ήρθε κοντά μου με χαιρέτησε μ' έναν έμορφον χαιρετισμό, ταπεινά και λίγο φοβισμένα. Το πρόσωπό της ήτανε πολύ εκφραστικό και συμπαθητικό, αλλοιώτικο από τα πρόσωπα που βλέπουμε στην πολιτεία, που είναι γεμάτα αφηρημάδα, αδιαντροπιά, αδιαφορία, ανέκφραστες μάσκες. Με κύτταζε με προσοχή σαν μιλούσε, και με περισσότερη προσοχή μ' άκουγε όποτε της απαντούσα. Η όψη της ήτανε βασανισμένη, μα γεμάτη αξιοπρέπεια, ταπείνωση και σεμνότητα. Το μικρό πρόσωπό της, τυλιγμένο με το τσεμπέρι, ήτανε ψημένο από τον αγέρα κι' από τον ήλιο. Η μύτη της ήτανε μικρή, το στόμα της είχε λίγο χνούδι σαν μουστάκι, που την έκανε να μοιάζη με τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο, όπως είναι ζωγραφισμένος στις αρχαίες εικόνες. Τα μάτια της όμως ήτανε τόσο εκφραστι­κά κ' η ομιλία της τόσο σπουδαία, απονήρευτη και συμπα­θητική, που τραβούσε τον άνθρωπο σαν μαγνήτης. Το σώμα της ήτανε κοκκαλιάρικο και πολύ σβέλτο, και μ' όλο που ήτανε κακοντυμένη και ξυπόλητη, είχε επάνω της κάποιο ανεξήγητο μεγαλείο, τόσο, που ν' απορή κανένας και να συλλογίζεται γιατί δεν βρίσκουνται πια τέτοιοι άνθρωποι ανάμεσά μας.
Μου μίλησε πρώτα για την πίστη μας, που μας έδωσε ο Χριστός να τη φυλάγουμε καλά για να μην την χάσουμε, ας είναι και με το αίμα μας. "Αμ τί έχουμε πιο ακριβό από την πίστη μας;". Μου μίλησε για τα πρόβατα που τα φύλαγε ο γυιος της και κείνη η ίδια, μου μίλησε για τα βάσανα που τραβάνε με τους βαρειούς χειμώνηδες και για κάποιους "επίσημους ανθρώπους" που έρχουνται από την Αθήνα με συνοδεία και που τους φοβερίζουνε πως θα πάρουνε τις βοσκές και που λένε πως δεν χρειάζουνται τα πρόβατα και πως θα τα διώξουνε, επειδή στα βουνά κάνουνε περίπατο οι άνθρωποι που έρχουνται από τα ξένα μέρη, και που δεν θέλουνε να βλέπουνε πρόβατα που κοπρίζουνε, μηδέ γιδερά, αλλά μονάχα δέντρα. "Έλα, Χριστέ και Παναγιά, μου λέγει. Η κοπριά που κάνουνε τα πρόβατα, μοσκοβολά. Η δική μας η κοπριά βρωμά, η ανθρωπινή. Εμένα ο παππούς μου κι' ο προπάππος μου, ο πατέρας μου κι' ο άντρας μου κι' όλοι οι συγγενοί μου, αυτή τη δουλειά κάνανε, με τα ζωντανά ζούσανε. Τα βιβλία γράφουν πως αυτή η δουλειά είναι βλογημένη, γιατί είναι η πρώτη που έκανε ο άνθρω­πος, πριν να μάθη να σπέρνη και να θερίζη. Κι' ο Χριστός μας αυτή τη δουλειά έκανε, σαν ήτανε μικρός, και σαν του πήρανε κ' εκείνου τα πρόβατα, έγινε διακονιάρης, για τούτο άμα έρχεται στο σπίτι σου διακονιάρης, πρέπει να του δίνης ελεημοσύνη, γιατί είναι του Χριστού αδερφός. Εκεί­νος έκανε τα βουνά και τα φυτουργήματα, για να βοσκάνε τα ζωντανά, να πίνη ο κόσμος γάλα, να τρώγη τυρί και να ντύνεται με το μαλλί, να τρώγη και το κρέας. "Α!; Το γάλα, το κρέας και το μαλλί το θέλουνε οι άνθρωποι που έρχου­νται από την Αθήνα με τ' αυτοκίνητα; Ε; Τα κακόμοιρα τα πρόβατα τους μποδίζουνε, δεν τα θέλουνε. Εμ γιατί, μαθές; Πειράζουν κανέναν; Ενοχλούν κανέναν; Ημείς ζούμε κρυ­φά απ’ τον Θεό. Ήμαστε καλοί άνθρωποι, άβλαβοι, σαν τα πρόβατα που έχουμε".
Μου είπε τα οικογενειακά της, τα βάσανά της, ήσυχα, χω­ρίς να κλαίγεται για να την λυπηθώ. Καρτερία κ' υπομονή. Την ρώτησα πως τη λένε. Μούπε: "Λέγουμαι Ελένη Σφέτσα, κ' έχω πέντε παιδιά και τέσσαρα αγγόνια. Του λόγου σου έχεις οικογένεια;". Της είπα κ' εγώ τα δικά μου, και μούπε "Να τα χαίρεσαι!". Ακουμπισμένη στο ραβδί, με κύτταζε σαν να με ήξερε από χρόνια. Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που τον ένοιωθε η καρδιά μου, που του είχα εμπιστοσύνη, έναν άνθρωπον απλόν και καθαρόν, αξιαγάπητον, καλοκάγαθον, ελεύθερο, χωρίς εγωισμό, δίχως φι­λοδοξίες, δίχως μπερδεμένα πράγματα μέσα του, έναν ξεκουραστικόν άνθρωπο, μια αληθινή εικόνα του Θεού. Τέτοιον άνθρωπο ξεσυνηθίσαμε να βλέπουμε.
Με ρώτησε ταπεινά: "θέλεις να κοπιάσης στο φτωχικό μας να ξεκουρασής; Να, εδώ παρακάτω είναι. Κοντά στον Αγι' Αντώνη, την εκκλησιά. Φαίνεσαι της θρησκείας άν­θρωπος".
Της είπα πως θα πάγω άλλη φορά και χωριστήκαμε. Πήρε το σακκί της, και σε μια στιγμή χάθηκε στα δεξιά του δρό­μου, πίσ' από τα δέντρα.
Τράβηξα τον δρόμο μου συλλογισμένος και συγκινημέ­νος. Θυμήθηκα ένα συναξάρι που γράφει για μια τέτοια γυναίκα και που τη λέγει "η ορεινή γυνή".
Ύστερ' από λίγες μέρες πήγα πάλι κατά τα λημέρια της κυρά Λένης. Βρήκα τον Αγι' Αντώνη, ένα μικρό εκκλησά­κι, φτωχό σαν και κείνη. Φτάνοντας απ’ έξω άκουσα σιγα­νές ψαλμωδίες. Ήτανε Σαββατόβραδο, παραμονή της Σαμαρείτιδος.
Μπήκα μέσα ήσυχα, να μη με πάρη κανένας είδηση. Τον εσπερινό τον έκανε ένας μεσόκοπος παπάς με αρχαία όψη. Ο ψάλτης ήτανε πιο νέος, κ' έψελνε πολύ κατανυχτικά και ταπεινά. Όλοι-όλοι οι προσκυνητές ήτανε πεντέξη, γυναί­κες, τρεις άντρες βουνήσιοι, κ' ένα παιδάκι που υπηρετούσε τον παπά. Όπως ήτανε σκοτεινά, κρύφτηκα πίσω από μια γωνιά.
Κείνη την ώρα έψελνε ο ψάλτης το δοξαστικό της Σαμαρείτιδος, ένα από τα πιο εξαίσια τροπάρια, που όποτε τ' ακούσω να τα ψέλνη κανένας καλλίφωνος και ευλαβής ψάλτης, νοιώθω τόση συγκίνηση, που τρέχουνε δάκρυα από τα μάτια μου. Φαντάσου, αγαπητέ αναγνώστη, τι συγκίνη­ση ένοιωσα κείνη την ώρα, μέσα στην ταπεινή εκείνη εκκλη­σιά, μαζί με τους βουνήσιους ανθρώπους και με την κυρά Ελένη, ακούγοντας εκείνο το τροπάρι να το ψέλνη με βαθειά κατάνυξη ο καλλίφωνος και ταπεινός ψάλτης του βουνού, που δεν τον ήξερε κανένας. Ήρθανε στο νου μου τα λόγια της κυρά Λένης "Εμείς ζούμε κρυφά από τον Θεό", κ' έλεγα μέσα μου "Πόσο κοντά στον Θεό ζούνε τού­τοι οι αληθινοί Χριστιανοί!".
"Έχω ακούσει πολλούς ψαλτάδες. Μα σαν κ' εκείνον τον ψάλτη σε κείνον τον εσπερινό δεν άκουσα άλλον κανέναν. Θα τον θυμάμαι με κατάνυξη ως που να πεθάνω. Από κείνη τη μέρα έψαλα μοναχός στο σπίτι μου πολλές φορές το δοξαστικό της Σαμαρείτιδος, για να θαρρώ πως ξαναβρίσκουμαι στον Αγι' Αντώνη του βουνού: "Παρά το φρέαρ του Ιακώβ ευρών ο Ιησούς την Σαμαρείτιδα, αιτεί ύδωρ παρ' αυτής ο νέφεσι καλύπτων την γην. Ω, του θαύματος! ο τοις Χερουβίμ εποχούμενος πόρνη γυναικί διελέγετο, ύδωρ αιτών ο εν ύδασι την γην κρεμάσας, ύδωρ ζητών ο πηγάς και λίμνας υδάτων εκχέων...".
Σ' όλον τον εσπερινό ένοιωθα ζωηρά πως μαζί μου κάνα­νε την προσευχή τους εκείνοι οι ταπεινοί κ' οι συντετριμμέ­νοι, και μια θεϊκή φλόγα δρόσιζε την καρδιά μου. Με τρόπο έρριχνα καμμιά κρυφή ματιά κατά το μέρος που στεκόντανε οι γυναίκες και σταυροκοπιόντανε, με τα μακρυά χοντροφούστανα, με τα τσεμπέρια, οι περισσότερες ξυπόλη­τες, βασανισμένες. Τέτοιες γυναίκες αγιασμένες και κατα­φρονεμένες πού να βρεθούνε σήμερα! Ανάμεσά τους ήτανε κρυμμένη κ' η Ελένη Σφέτσα, ακόμα πιο εκφραστική και πιο ταπεινή απ' όσο την είχα δη την πρώτη φορά στο βουνό, αληθινό εικόνισμα κάποιας αγίας ζωγραφισμένο από αρχαίον ζωγράφο, από κείνα που λες πως δεν τα έκανε χέρι ανθρώπινο, αλλά πως τυπωθήκανε από τη θεϊκή χάρη. Έσκυβε το κεφάλι της και μαζευότανε, σαν νάθελε να κρυφτή πίσω από τις άλλες να μη φαίνεται. Μιαν άλλη νεώ­τερη, είχε και κείνη όψη αγιασμένη. Στεκότανε κρυμμένη πίσω από μια πιο ψηλή, και κύτταζε με ταπείνωση και με ευλάβεια κατά το τέμπλο, και δεν έπαψε μήτε μια στιγμή να κάνη τον σταυρό της, αργά και με προσοχή. Είχε το ένα χεράκι της στο στήθος της και κρατούσε σεμνά ένα μαντήλι διπλωμένο, και με το άλλο έκανε τον σταυρό της. Τ’ ακου­μπούσε πρώτα στο μέτωπό της κάμποση ώρα, σαν να συγκέ­ντρωνε τη διάνοιά της, υστέρα το κατέβαζε χαμηλά κάτω από το στήθος της, κατόπι το πήγαινε στον δεξίν ώμο της και τέλος στον αριστερό, με μια κίνηση που δεν περιγράφε­ται. Το πρόσωπό της, που το έκρυβε ολοένα, σκύβοντας πίσω από τις άλλες γυναίκες, ήτανε γεμάτο από ταπείνωση, υπομονή, κ' εγκαρτέρηση. Ήτανε σαν το αγριολούλουδο που κρύβεται ντροπαλά κάτω από την πέτρα. Τα χέρια της και το σταυροκόπημά τους δεν θα τα ξεχάσω ποτέ, θ' απομείνουνε μέσα στην ψυχή μου για πάντα.
"Ω! Τί πνευματικός δείπνος μέσα σε κείνο το σκοτεινό και ξεχασμένο εκκλησάκι, που δεν το ήξερε κανένας! Ποιός από τους σημερινούς τετραπέρατους ανθρώπους που θαρρούνε πως τα ξέρουνε όλα, θα καταδεχότανε να μπη μέσα, να απογευτή από τη μυστική αμβροσία κι' από το μυστικό νέκταρ, μαζί με τις φτωχές γυναίκες και με τους τσομπάνηδες; Πού να ξέρουνε πως από την περηφάνεια τους είναι καταδικασμένοι να ζούνε μακριά από το αθάνα­το νερό που έδωσε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα;
Ανάμεσα σ' αυτούς τους ακατάδεχτους κατάδικους, βρίσκουνται κ' οι "επίσημοι άνθρωποι", που μούλεγε η κυρά Λένη που έρχουνται από την Αθήνα και που δεν θέλουνε να βλέπουνε πρόβατα και τσομπάνηδες.
Θεέ μου, γιατί να βρίσκουνται πάντα σε διωγμό οι αγα­πημένοι σου σε τούτον τον κόσμο· Αυτούς που δεν πειράζουνε κανέναν, γιατί να τους πειράζουνε όλοι; Γιατί να κινδυνεύουνε να εξοντωθούνε οι ταπεινοί κ' οι άβλαβοι κι' όσοι πιστεύουνε σε Σένα και προσκυνούνε το υποπόδιο των ποδών Σου; Προστάτεψέ τους, Κύριε, για να μην πάψη να λατρεύεται το πανάγιο όνομά Σου απάνω στα βουνά από τους ταπεινούς ανθρώπους.



(Απόσπασμα από το βιβλίο "Ασάλευτο Θεμέλιο", Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ)

Ασάλευτο Θεμέλιο (Φώτης Κόντογλου) alopsis ΒΙΒΛΙΑ

Ασάλευτο Θεμέλιο (Φώτης Κόντογλου)
alopsis
ΒΙΒΛΙΑ




ΠΡΟΤΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ:

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ, 1993





Διαβάστε δύο κεφάλαια από το βιβλίο:


Οι ανάξιοι κληρικοί βλάπτουν την Εκκλησία

Δυστυχώς όπου σταθή κανείς ακούει επικρίσεις και παράπονα για τους κληρικούς μας για την αδράνεια της Εκκλησίας μας. Αυτό στενοχωρεί και θλίβει κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό και πολύ περισσότερο εκείνους που έχουν πιο στενούς πνευματικούς δεσμούς με την Εκκλησία.

Η αλήθεια είναι ότι εξ' αιτίας κάποιων αναξίων  κληρικών γενικεύεται ή δυσφήμιση της Εκκλησίας και πως εξογκώνονται τα παραστρατήματα των ιερωμένων, κι' αυτό είναι φυσικό, επειδή ο λαός έχει την απαίτηση οι κληρικοί να είναι χωρίς κηλίδα, αλλοιώς δεν τους αναγνωρίζει για πνευματικούς οδηγούς του. Οι πολλοί δεν είναι σε θέσι να ξεχωρίσουν το πρόσωπο από το πνευματικό λειτούργημα που κάνει και επηρεάζονται τόσο πολύ από κάποιο σκάνδαλο που φημολογείται για έναν ιερωμένο, ώστε γίνονται άπιστοι, δεν πατούν πια σε εκκλησία και είναι πολύ δύσκολο έναν τέτοιο αγανακτισμένο αποστάτη να τον συμφιλιώση κανείς με την Εκκλησία. Μήτε ένας Χρυσόστομος μπορεί να κάνει ένα τέτοιο κατόρθωμα. Αφήνω πως όποιος επιχειρήση να μετατρέψη έναν τέτοιον άνθρωπο από την απέχθεια που πήρε για την θρησκεία, θα βρή τον μπελά του και μπορεί ν' ακούση ότι ''κι' αυτός είναι υποκριτής, γιατί σκεπάζει τις αθλιότητες των παπάδων''. Οι τέτοιοι άνθρωποι, αν δεν γίνουν ολότελα άθεοι, πηγαίνουν και γίνονται χιλιαστές ή ευαγγελιστές ή παπικοί ή προτεστάντες.

Τα σκάνδαλα των ρασοφόρων μας είναι η σπουδαιότερη αιτία που πληθαίνουν οι αιρετικοί, και μάλιστα, αυτοί οι νέοι προσύλητοι γίνονται φανατικώτατοι μέσα στην αίρεση που προσχωρούν, αηδιασμένοι από τους ανάξιους ιερωμένους μας. Για τούτο πρέπει να τρέμουν οι κληρικοί μην τυχόν ακουσθή το παραμικρό σε βάρος τους, γιατί οι ψυχές που χάνονται θα ζητηθούν μια μέρα απ' αυτούς. Ο Χριστός είπε στους μαθητές του ότι αυτοί είναι το φως του κόσμου και το άλας της Γης, και ότι πρέπει να λάμψει το φως τους έμπροσθεν των ανθρώπων για να ιδούνε τα καλά έργα τους και δοξάσουν τον πατέρα τον εν τοις ουρανοίς. Λοιπόν, κι' όταν γίνεται το ανάποδο, δηλαδή όταν οι άνθρωποι βλέπουν τα κακά έργα τους, αντί να δοξάσουν το Θεό, θα τον βλασφημήσουν. Και αιτία θα είναι όχι οι άθεοι, όχι οι εχθροί του Χριστού, αλλά οι ίδιοι οι μαθητές και αντιπρόσωποι του στον κόσμο, ''οι κεχρισμένοι''.

Πάντα, σε κάθε εποχή, υπήρχαν οι ανάξιοι κληρικοί, κοντά στους αγίους ρασοφόρους. Αλλά σήμερα το πράγμα εχειροτέρεψε κατά πολύ. Μία από τις πολλές αιτίες αυτής της θλιβερής καταστάσεως είναι ότι γίνονται συχνά κληρικοί κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν κλίση στην θρησκεία  και που γι' αυτούς το ρασοφορείν είναι ένα επάγγελμα. Ο ιερεύς όχι μοναχά πρέπει να έχει κλίση στην θρησκεία, αλλά να φλέγεται από πίστη και αγάπη προς τα θεία, να είναι ''τω πνεύματι ζέων'', όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Και  να τελεί την θείαν μυσταγωγία με τέτοια κατάνυξη, που πολλές φορές να δακρύζη μπροστά στην Αγία Τράπεζα, ιερουργώντας με φόβο και τρόμο. Ενώ πολλοί από τους σημερινούς ρασοφόρους, αντί η ευσέβεια τους και η κατάνυξη τους να συνεπάρη τους εκκλησιαζομένους, τους παγώνει η ατονία, η αδιαφορία και η ψυχρότητα με την οποία εκτελούν την ιεροτελεστίες. Σ' αυτό συνεργεί και η άθλια θυμελική μουσική που ακούεται σε πολλούς ναούς αντί για ψαλμωδίες...

 Επειδή λοιπόν λείψανε από την Εκκλησία  μας ιερωμένοι που έχουν φωτιά μέσα τους, η Εκκλησία αυτή δεν μπορεί παρά να βραδυπορή, ασυγκίνητη κι' αδιάφορη για όσα θα έπρεπε να την ενδιαφέρουν ζωηρά, αδιάφορη για ότι το ποίμνιο της σκανδαλίζεται και δοκιμάζεται σκληρά η πίστη του από τα καμώματα μερικών ιερωμένων, αδιάφορων για την παραμόρφωση της ιεράς παραδόσεως, αδιάφορη για τα τέκνα της που την αρνιούνται, για να πυκνώσουν τις τάξεις των διαφόρων αιρετικών, με κίνδυνο αυτή η αιμοραγία της να καταντήση θανάσιμη γι' αυτήν.

Ο τρόπος με τον οποίον θα μπορούσε να διορθωθή τούτη η πολύ θλιβερή  κατάστασις, φανερώνεται από τα παραπάνω συμπτώματα ότι είναι πολύ απλός, είναι όμως και πολύ δύσκολη η θεραπεία της. Γιατί για την Εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχει κανένα φάρμακο, ούτε καμμιά μαγική ράβδος, αφού η ίδια έχει έργο της την καθοδήγηδη και την σωτηρία των ανθρώπων.

Η θεραπεία βρίσκεται στα χέρια της, και είναι η κάθαρσή της από στοιχεία κακά για την ύψιστη αποστολή της. Όταν γίνη, ακόμα και σχετικά, μια τέτοια κάθαρση, θα μπορέσουν να καταταχθούν στην υπηρεσία της αγνοί και άξιοι κληρικοί, με βαθιά πίστη και με ανιδιοτέλεια, '' τω πνεύματι ζέοντες'', για τους οποίους θα είναι ''ως αγαπητά τα σκηνώματα του Κυρίου των δυνάμεων''. Και όταν γίνη αυτή η επάνδρωση της Εκκλησίας μας με στοιχεία σοβαρά, εκλεκτά και αξιοσέβαστα, τότε το ιερό δέντρο της Εκκλησίας θα παρουσιασθή, μέσα σε λίγα χρόνια, κατάφορτο από καρπούς ''ως κατάκαρπος ελαία'' προς χαράν των πιστών Ορθοδόξων, και προς δόξαν του Θεού.

Τότε θα λείψη αυτό το θανατερό μούδιασμα, που την κατέχει σήμερα κι' η απίστευτη αδιαφορία της για όσα την αφορούν, ακόμα και για ζητήματα ζωής και θανάτου γι' αυτήν. Οι καλοί εκπρόσωποι της θα στέκονται ανύστακτοι φρουροί της, ημέρας και νυκτός, και τότε θα λάμψη το ανέσπερο φως της Ορθοδόξου πίστεως μέχρι περάτων της Οικουμένης, μέσα στο σκοτάδι που πλακώνει σήμερα τον κόσμο. ''Ιδού νυν καιρός Ευπρόσδεκτος'' για να γίνη αυτό.

Αλλά  '' η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν''. Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να έχει υπηρέτες που να είναι αφοσιωμένοι σ' αυτήν και έτοιμοι για θυσίες, κατά το ματωμένο υπόδειγμα του σταυρωμένου αρχηγού της.

Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να υπηρετείται και να φυλάγεται από ψυχές ηρωϊκές που να είναι έτοιμες όχι μόνον για θυσίες υλικές και σωματικές, αλλά και για πνευματικές, που είναι ίσως πιο δύσκολες. Τέτοιες θυσίες είναι το να ταπεινώνεται ο ένας μπροστά στον άλλον, το να μη λογαριάζει το συμφέρον του, το να βάζη το καλό και την προκοπή της Εκκλησίας απάνω από τη δική του, το να θυσιάζεται ως καλός ποιμήν για τα πρόβατα του Χριστού κ.τ.λ.

Όλα αυτά δεν μπορεί να τα έχει ένα ιερωμένος, αν δεν έχει πίστη φλογερή και ατράνταχτη και θερμουργό κι αν δεν πιστεύη ότι ''ουκ έχει μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλουσαν επιζητεί''.

Μια  Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία, που θα έχει τέτοιους άγρυπνους και αδέκαστους φρουρούς, θα είναι η κιβωτός της Αλήθειας, που θα πλέη απάνω στα θολά κι' αφρισμένα νερά του παγκόσμιου Ωκεανού της αμαρτίας και απωλείας.

Πόσο πάσχουμε, πόση θλίψη νοιώθουμε, κάθε φορά που θα παρουσιασθή κανένα σκάνδαλο σε βάρος κάποιου κληρικού! Αν ήτανε τρόπος να πέφτουν σε μας οι κατηγόριες, αντί σ' εκείνους, σ' εμάς που οι πράξεις μας δεν αντανακλούν την Εκκλησία.

Ο ευλαβής Λαός μας δεν αισθάνεται την ανάγκη να ακούη βαθυστόχαστες θεολογίες με πανεπιστήμια και με διπλώματα, ούτε παγκόσμια συμβούλια και ''διαλόγους''. Ο πόθος του είναι να ακούση  ότι υπάρχει κάποιος ρασοφόρος, ιερεύς ή καλόγερος, που έχει καθαρή ζωή, ας είναι και αγράμματος. Τόση είναι η διψα του για αγιότητα, που φτάνει να είναι ένας ιερωμένος μονάχα ενάρετος, και τον λένε άγιον.

Πιστεύουμε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι ο φύλακας της Αλήθειας του Χριστού, ο μόνος φύλακας. Αν φανούμε ανάξιοι να έχουμε αυτόν τον θησαυρό, θα χάσουμε, θα τον πάρη ο Κύριος από τα χέρια μας, όπως απέτρεψε το πρόσωπο του, τον παλαιό καιρό, από τους Εβραίους.

Και ότι η Εκκλησία μας κατέχει την αλήθεια αυτή, το φανερώνουν, χωρίς να θέλουν, ακόμα και οι παπικοί, που κατά τα τελευταία χρόνια εκδηλώνουν το θαυμασμό τους για τα πατερικά μας κείμενα, για την υμνολογία μας και για την υμνογραφία μας, και γενικά για την λατρεία μας. Αυτό είναι σαν να ομολογούν ότι η Εκκλησία μας είναι ''η Μία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία'' κι ότι αυτά που αναφέραμε παραπάνω, είναι η έκφρασις της πνευματικής ουσίας της, ότι είναι το καθρέφτισμα της στον αισθητό κόσμο. Και δεν μπορεί το καθρέφτισμα της παρά να έχη ανταπόκριση με εκείνο που καθρεφτίζεται και μάλιστα να είναι μια αδύνατη σκιά του.

Ας παρακαλούμε, λοιπόν, νύχτα-μέρα, και με δάκρυα τον Κύριο να μη μας στερήση από το αθάνατο αυτό στεφάνι που έβαλε απάνω στο κεφάλι μας, και που τα άφθορα άνθη του ποτισθήκανε από το άγιον αίμα μυριάδων μαρτύρων, από καταβολής Χριστιανισμού. Κι' ας κράξουμε με κλαυθμό: ''Μη αποστρέψεις το πρόσωπο Σου από του λαού σου, ότι θλίβεται. Ταχύ επάκουσον αυτού, πρόσχες τη Εκκλησία Σου και λύτρωσον αυτή".




Το ράσο και τα γένεια
 
 
 
Πολλά έχουν γραφή για τα ράσα και τα γένια των κληρικών. Οι περισσότεροι απ' εκείνους που δεν τα χωνεύουνε, είναι κάποιοι που θέλουνε να φαίνουνται ελεύθεροι και νεωτεριστικά πνεύματα. Αυτοί όλοι είναι πάντα  ''πρακτικοί'' άθρωποι, που κρίνουνε τα της θρησκείας με το πρακτικό και πεζό μυαλό τους, ενώ η χριστιανική θρησκεία δεν έχει καμιά σχέση με τα πρακτικά μυαλά, γιατί είναι η βαθύτερη ποίηση, η άβυσσο της ποίησης. Η κακοδαιμονία της Εκκλησίας μας έχει την αιτία της, κατά την γνώμη μου, στο ότι λείψανε απ' αυτήν οι ποιητικές ψυχές, με την πραγματική σημαία της ποίησης, και γέμισε από '' πρακτικούς ανθρώπους, ήγουν από ξεραΐλα και το μέγα έλεος.

Να βάλη κανείς με τον νου του και ν' απορήση τι σχέση έχουν αυτοί οι  ''θετικοί και πρακτικοί'' άνθρωποι, οι λεγόμενοι φρόνιμοι και έξυπνοι, με τον Χριστό, που είπε τα παρακάτω  λόγια: ''Αν δεν γυρίσετε πίσω και γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στην βασιλεία των ουρανών.- μην φροντίζετε τι θα φάτε και τι θα πιήτε και τι ρούχο θα φορέσετε.- Εγώ σας λέγω μην αντισταθείτε στον πονηρό, αλλά όποιος σε χτυπήσει από το δεξί μάγουλο σου, στρέψε και τ' άλλο.- Μακάριοι όσοι καταδιώκονται για μένα. - Αγαπάτε τους εχθρούς σας.- Μη θησαυρίζετε θησαυρούς απάνω στη γη.- Εμπάτε από την στενή πύλη, γιατί είναι στενός και θλιμμένος, ο δρόμος που πηγαίνει στη ζωή, κ' είναι λίγοι που τον βρίσκουνε.- Αφήστε του νεκρούς να θάψουν τους πεθαμένους τους.- Δεν ήλθα να φέρω ειρήνη αλλά μάχαιρα.- Η βασιλεία του Θεού παίρνεται με τη βία κ' οι βιαστές την αρπάζουνε''.

Ποια σχέση μπορούνε να έχουνε αυτά τα πράγματα κι' άλλα πολλα που είπε ο Χριστός, με το πρακτικό μυαλό; Το πρακτικό μυαλό κοιτάζει ποιο είναι το συμφέρον και το ωφέλιμο για την υλική ζωή και για την ασφάλειά της. δε μπορεί να πετάξει ελεύθερο εκεί που το καλεί ο Χριστός. Μια θρησκεία που παραγγέλνει κάποια πράγματα  που είναι ολότελα ανάποδα από ό,τι νοιώθει το πρακτικό μυαλό, μπορεί να είναι για πρακτικούς ανθρώπους; Πώς να παραδεχθή ο πρακτικός άνθρωπος πώς δεν ωφελείται σε τίποτα αν κερδίσει τον κόσμον όλον; Πώς, αυτός ο θετικός άνθρωπος να θυσιάσει όλα τα χεροπιαστά τούτου του κόσμου, κυνηγώντας τους ίσκιου της μέλλουσας ζωής; ''Οι βιαστές αρπάζουνε τη βασιλεία του Θεού'', λέγει ο Χριστός. Μπορεί να είναι βιαστής ο πρακτικός άνθρωπος, που τα μετρά όλα και δεν ριψοκινδυνεύει ποτέ; Πρακτικοί ήτανε οι Φαρισαίοι, οι Ρωμαίοι, ο ίδιος ο Ιούδας, που φρόντιζε τόσο πολύ για το γλωσσοκόμο. Ο πρακτικός άνθρωπος δε μπορεί να μην είναι καχύποπτος, πονηρός, κι' ο Χριστός είπε στους Ιουδαίους: ''Πώς μπορείτε να μιλάτε αγαθά, αφού είστε πονηροί''; Η Σαμαρείτιδα δε καταλάβαινε τι της έλεγε ο Χριστός, επειδή το μυαλό της ήτανε πρακτικό, και σε καιρό που της μιλούσε για ''το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον'', αυτή μιλούσε για το φυσικό νερό, '' για να μη διψά, και να πηγαίνη στο πηγάδι να τ' ανεβάζη με τον κουβά'', '' ίνα μη διψώ, μηδέ έρχομαι ενθάδε αντλείν''.

Πρακτικοί ήτανε οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης, κολλημένοι στο επίγειο συμφέρον, και γι' αυτό, όσα τους υποσχέθηκε ο Θεός, τις ''επαγγελίες'', τις καταλαβαίνανε για υλικές με το υλικό φρόνημα τους. ''...

Λοιπόν, οι πρακτικοί άνθρωποι, που είναι και μικρολόγοι, τα ζητήματα της θρησκείας τα βλέπουνε και τα κρίνουνε με τον ωφελιμιστικόν τρόπο που δουλεύει το μυαλό τους. Αυτοί είναι που αγαπάνε τις καινοτομίες στη λατρεία και σε όλα τα εκκλησιαστικά πράγματα. Αυτοί θέλουνε τη συντόμεψη των ακολουθιών, αυτοί δείχνουνε υπερβολική φροντίδα για τα αναπαυτικά καθίσματα του ναού, για την εξωτερική τάξη και καθαριότητα, για τον συγχρονισμό της λατρεία με ευρωπαϊκή μουσική, με φυσική σαρκική εικονογράφηση, με την αλλαγή του κάθε τι που βαστά από την παράδοση, με την κατάργηση τελετουργικών διατάξεων, και τέλος, με την αλλαγή της εξωτερικής μορφής των κληρικών: Κατά την γνώμη τους το ράσο πρέπει να καταργηθή, κι' ο παπάς να φορά πανταλόνι και σακκάκι όπως όλοι οι άνδρες, πρέπει οι ιερείς να κόψουν τα μαλλιά  και τα γένεια τους, να ξουρίσουνε το μουστάκι τους, ''για να είναι καθαροί''. Βλέπετε πως οι πρακτικοί άνθρωποι προσέχουνε πολύ, 'όπως είπα και πριν, ''το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος''. Λοιπόν, με τις σοφές και βαθυστόχαστες υποδείξεις τους δεν θα είναι παραμελημένοι και λεροί σαν τον άγιο Γιάννη, σαν τον άγιο Αντώνιο, σαν τον άγιο Χρυσόστομο, σαν τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό με την γιδότριχα, αλλά θα κάνουνε  ταχτικά το μπάνιο τους, θα συχνοξουρίζονται, και θα μοσκοβολούνε, όπως όλοι οι σημερινοί πολιτισμένοι, ακόμα κ' οι γκάγκστερς, οι μεγάλοι απατεώνες, οι άνθρωποι των πάρτυ, των ιπποδρομίων, των πλαζ, κλπ.

Έγραψα πολλές φορές για την περιβολή των ιερωμένων και για την εξωτερική όψη τους, απ' αφορμή κάποιων ''πρακτικών'' νεωτεριστών που κόπτονται για ''την αναχρονιστική και βάρβαρη αμφίεσή τους και για την ασχήμια (πόση ευαισθησία και καιλαισθησία!) των μαλλιών και των γενιών των''. Δεν θα ξαναγράψω όσα έγραψα άλλη φορά, περασπίζοντας την εξωτερική  μορφή των κληρικών μας από την άποψη της παράδοσης.  Τούτο μονάχα  θα πω τώρα σχετικά με την παράδοση στο ντύσιμο του κλήρου μας: Ας φαντασθή όποιος θέλει, αν μπορή να σταθή πια τίποτε ελληνικό, από τη μέρα που θα εμφανισθή ο παπάς στο χωριό με σακκάκι και με πανταλόνι, με γραβάτα και με ρεπούμπλικα, ξουρισμένος και μαδημένος, όπως είναι μερικοί που έρχουνται από το εξωτερικό, και αηδιάζει κανένας να βλέπη ξουρισμένους σβέρκους, μάγουλα σαν καθαρισμένα αυγά, προγούλια, έκφραση τραπεζίτη ή οπερατέρ του κινηματογράφου, χειρονομίες και φωνές της πιάτσας, κλπ.

  Σήμερα θα πω λίγα λόγια μονάχα για το ράσο και για τα γένεια, ''από αισθητικής απόψεως'', όπως λένε κ' οι αισθητικοί, επειδή οι νεωτεριστές που φωνάζουνε πως πρέπει να καταργηθούνε, λένε πως αηδιάζουνε από την ασχήμια του ράσου και των γενείων, και πως όσα λένε τα λένε εν ονόματι ''της καλαισθησίας''

Και πρώτα - πρώτα ποια είναι η καλαισθησία στα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά πράγματα; Σ' αυτά δεν υπάρχει ''καλαισθησία'' κατά τα γούστα του κόσμου, αλλά είναι καλό και έμορφο ό,τι είναι ευπρεπές και σεμνό, ό,τι είναι πρέπον στο πνευματικό αξίωμα του ιερέως. Όπως η μορφή που έχουνε τόσα αντικείμενα είναι σχετικά με την εκκλησία, κτίρια, εικόνες, ψαλμός, σκεύη, βιβλία, άμφια, που είναι τέτοια, ώστε να ανεβάζουν τον νουν και την καρδιά του πιστού στον πνευματικό κόσμο, σαν να είναι σύμβολα ιερά και υπομνήματα στον λόγο του Θεού, ''αναγωγικά''  από τον υλικό στον φθαρτό κόσμο στον πνευματικό και άφθαρτον  της βασιλείας των ουρανών, έτσι και η αμφίεση κ' η όψη των κληρικών, πρέπει να δείχνη το πνευματικό αξίωμά τους. Από τους αρχαίους που ζούσαν προ Χριστού, οι ιερείς, οι μάντεις, οι πυθίες, είχανε ιδιαίτερη στολή κ' οι άντρες είχανε και γένεια και μαλλιά, ώστε να δυναμώνη με τη μορφή και το πνευματικό επιβάλλον τους. Οι Έλληνες που εκτιμήσανε τη μορφή μέχρι λατρείας, δίνανε μεγάλη προσοχή σ' αυτά που τα νομίζουνε ''άνευ σημασίας και πάρεργα'' οι ευρύνοες και ελευθερόφρονες πρακτικοί χριστιανοί με το θετικό μυαλό τους. Τουλάχιστον δεν φαντάζονται πως κ' ένα λιοντάρι στη φυσική του κατάσταση του, που το στόλισε ο Θεός με τη μεγαλοπρέπεια της χαίτης του, θα γίνη σαν ένα ψωρόσκυλο, αν το κουρέψουνε; Μήτε ένα τόσο πρακτικό πράγμα δεν βάζουνε στον νου τους αυτοί οι ''πρακτικοί'' κύριοι; Μα τέτοια κεφάλια δεν γεμίζουνε μήτε με χίλια πράγματα που μπορεί να πη κανένας απάνω σ' αυτό το θέμα.

Αλλά όπως είπα και παραπάνω, ας πάρουμε το πράγμα κι' από τη μεριά ''της καλαισθησίας'', γιατί τώρα τελευταία οι πρακτικοί νεωτεριστές γυρίσανε το τραγούδι του ράσου και των γενειών στην αισθητική, ίσως επειδή η εποχή μας που είναι η πιο ακαλαίσθητη, δίνει μεγάλη σημασία στην ''αισθητική'' και στο ''στο καλό γούστο''.

Θά' θελα να γράψω ένα φυλλάδιο ολόκληρο που νάχη για τίτλο ''Η ακαλαισθησία ομιλούσα περί αισθητκής''. Να το γράψω μάλιστα στην καθαρεύουσα, ώστε να είναι σύμφωνο με κείνους που μου δώσανε αφορμή για να γράψω.

 Λοιπόν, ποιοι είναι αυτοί που αποτροπιάζονται το ράσο και τους γενειοφόρους ιερείς, στόνομα της καλαισθησίας; Απάντηση; Κατά κανόνα είναι  οι πιο ακαλαίσθητοι, οι άνθρωποι του ''κακού γούστου'', που δεν έχουνε καμία σχέση με την τέχνη, και μήτε καν με τη συνηθισμένη καλαισθησία. Μπήτε στα σπίτια τους και στα γραφεία του και θα φρίξετε. Αρχιτεκτονική, έπιπλα, εικόνες, βιβλία, βάζα, πολύφωτα, όλα σε σπρώχνουνε να βγης έξω. Εκείνο που θα σου κάνη τη μεγαλύτερη εντύπωση, είναι κανένα ελεεινό κάντρο με ελεεινότερη κορνίζα, κρεμασμένο απάνω από το γραφείο ή από το κρεβάτι, που θα παριστάνη κενέναν ''γλυκύν Ιησούν'' γεμάτον ζαχαρίνη, μ' εκείνο το μειδίαμα που παραγγέλνουν οι φωτογράφοι στους πελάτες μπροστά στο φακό, με ρεφλεδάκια στο πρόσωπο, με μαλλιά που έχουνε γίνει μπούκλες στο κομμωτήριο, με κινηματογραφικές χειρονομίες κλπ. Το ιδεώδες τους είναι μία λιθογραφία της πεντάρας, που της έχουνε δώσει μεγάλη διάδοση, και που παριστάνει τον Χριστόν σαν ''αστέρα'' του Χόλλυγουντ, ή ένα άλλο ζωγραφικό μπακλαβούργημα, που παρουσιάζει ''τον Χριστό με παιδιά'', άξιο για γούστο παραμάνας, καθώς κι' άλλα τέτοια που βρίσκονται κρεμασμένα στα κορνιζοπωλεία. Ύστερ' από τέτοιο χάλι αξιοδάκρυτο, έχουνε το κουράγιο να κάνουνε τον προφέσσορα της αισθητικής, και να οδύρονται για την ασχήμια των γενειών, εν ονόματι της υψηλής καλαισθησίας.

Όποτε τυχαίνει να συναπαντήσω κανέναν παπά, και προ πάντων αν τύχη να είναι ευμορφάνθρωπος, στέκουμαι και τον θυμάζω για την μεγαλοπρέπεια του, για το επιβάλλον και μαζί για την σεμνότητα που έχει η όψη του, και για την εμπιστοσύνη που έχει το παρουσιαστικό και η αμφίεσή  του. Ιερό πρόσωπο! Αλλά και τι γραφικότητα έχει όλο το παράστημά του. Είμαι ζωγράφος, το μάτι μου είναι ακονισμένο στο τι είναι γενικά το έμορφο, κι' όχι μοναχά δεν βρίσκω κανένα ψεγάδι απάνω του, αλλά και τον θαυμάζω. Και να συλλογίζεσαι πως υπάρχουν κάποιοι Έλληνες, και θεολόγοι μάλιστα, που ξυνίζουνε τα μούτρα τους, που τον βρίσκουνε ''αντιαισθητικόν''! Αντιαισθητικόν  βρίσκουνε τον Όμηρο, τον μάντη Τειρεσία, τον Μέντορα, τον Αχιλλέα με τα μαύρα στριφτά γένια, τον Θεμιστοκλή, τον άγιο Βασίλειο, τον άγιο Λουκιανό που τον είδε και τάχασε ο σκληρός Διοκλητιανός, τον άγιο Νικόλαο, τον Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο, τον Θανάση Διάκο, τον Παπαφλέσσα, τον Ησαΐα Σαλώνων, τέλος βρίσκουνε άσχημο τον πνευματικό λέοντα με την φυσική χαίτη του, και έχουνε για όμορφον εκείνον τον μαδημένον, που είναι σαν το κριάρι που το κουρέψανε και γίνηκε αγνώριστο, με τα στραβά ποδάρια του, με το λαιμό της γαλοπούλας και με το κωμικό μούσι! Μη χειρότερα! Πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος από ξιπασιά για να φανή ευρωπαϊσμένος! Εμείς που κάτι γομάμε από τέχνη, νοιώθουμε αυτά τα αισθήματα, κ' οι απελέκητοι  και κακόγουστοι ''αχαλούν για την άκομψον και βάρβαρον εμφάνισιν των κληρικών''! Ποιοί; εκείνοι που το μάτι τους θέλει να βλέπει τριμμένα κι' ανέκφραστα σχήματα.

Αλλά και κακοφτιαγμένος να είναι ο παπάς, με το ντύσιμό του παρουσιάζεται ευπρεπισμένος, παρά αν φορούσε σακκάκια και πανταλόνια: με τα γένια και τα μαλλιά κρύβονται οι ασχήμιες του κεφαλιού, τα προγούλια, οι σβέρκοι, τα πλατειά χείλια, τα παχειά μάγουλα. Βάλε και το καλυμαύχι, που είναι ένα θαυμάσιο κάλυμμα, και που γίνεται πιο θαυμάσιο με το επανωκαλύμαυχο*. Τα κουσούρια (ελαττώματα) πάλι που έχει τυχόν το σώμα ενός κληρικού κρύβουνται και μετασχηματίζονται από τα ράσα, οι κοιλιές, τα στραβά πόδια, τα μακρυά χέρια, η καμπούρα, κ.ο. Όλα ντύνουνται με ευπρέπεια και πνευματική αρχοντιά, μπροστά στα στενά και στα μεσάτα των  καθολικών, τα κλος και τα μοδιστράδικα πλισσέ. Οι παπάδες μας είναι σαν πνευματικοί άρχοντες. Δόξα σοι ο Θεός που βλέπουμε ακόμα τέτοιες βιβλικές μορφές στον αιώνα της μονοτονίας, της ανέκφραστης ομοιομορφίας και της αντιπνευματικής πεζότητας! Ωστόσο, κ' εκείνοι που δεν χωνεύουν τα μαλλιά και τα ράσα, μιλούμε συχνά με γεροντοκοριτσίστικη έκσταση για κάποιες ''βιβλικές μορφές''. Θέλεις μήλον έπαρε, θέλεις κυδώνι λάβε, που λέγει και η παροιμία.

Το πόσο στολίζουν τα γένεια ένα  ιερό πρόσωπο και του δίνουνε ευπρέπεια και πνευματικό αξίωμα, το δείχνει ανάμεσα σε άλλα και το  άγαλμα του Μωϋσή από τον Μιχαήλ Άγγελο. (Το γράφω αυτό για τους δυτικόπληκτους). Ενώ κατά την αρχαία παράδοση ο Μωϋσής παριστάνεται σπανός με λίγες αραιές τρίχες στο πηγούνι, ο Μιχαήλ Άγγελος. δηλ. ένας τεχνίτης κατόλικος, που έβλεπε γύρω του ξουρισμένους κληρικούς, τον έκανε με μακρυά και μπλεγμένα γένεια και με πολλά σγουρά μαλλιά, για να δώση χαρακτήρα υπερανθρώπου και ιερατικόν, όπως στον Σαβαώθ, στους Πατριάρχες και στ' άλλα σεβάσμια πρόσωπα της Αγίας Γραφής.

Κάποιος γνωστός μου κληρικός που ταξίδεψε πριν από λίγα χρόνια στη Συρία και στο Λίβανο, μού 'λεγε πως του είπε ένας αρχιμανδρίτης Σύρος πως ο βασιλιάς της Ιορδανίας Αβδουλλάχ, έλεγε στον μακαρίτη Πατριάρχη Αντιοχείας: ''Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε στο παρουσιαστικό  σας κάποιο πράγμα που μας κάνει, εμάς τους μουσουλμάνους, να νοιώθουμε σεβασμό. Ενώ εκείνοι οι φραγκοπαπάδες μας φαίνουνται σαν πράκτορες υπόπτων υποθέσεων''. Αλλά και κάποιοι  ιερείς μας που πήγανε σε ξένες χώρες χριστιανικές της Ευρώπης και της Αμερικής, με τα ράσα και τα γένεια, όπως κάνουνε ο Ρώσοι, ήτανε σεβάσμιοι για τους ντόπιους, ενώ στους κουρεμένους φραγκοφορεμένους δικούς μας δεν δείχνανε κανένα σεβασμό σαν σε θρησκευτικούς ανθρώπους. Πολλοί ξένοι μου το τονίσανε αυτό, και γι' αυτό η Εκκλησία μας που στέλνει στις παροικίες παπάδες, έχει ξεπέσει στην συνείδηση των ξένων. Εξ άλλου, το κοστούμι κ' η γραβάτα έχει μεγάλη επίδραση στο ήθος των κληρικών μας που τα φοράνε.**.

      Ένας ευλαβής ιερεύς, γνωστός μου, μου έλεγε πώς όταν το βράδυ βγάλη τα ράσα για να κοιμηθή, δεν γνωρίζει τον εαυτό του, και θαρρεί πως η θεία χάρη που νοιώθει όταν τα φορή, φεύγει από πάνω του.

Όπως ο αξιωματικός ή ο αστυνόμος που υπηρετεί την επίγεια εξουσία, φορεί τη στολή του για να γνωρίζεται, έτσι κι' ο ιερωμένος, και πολύ περισσότερο, γιατί υπηρετεί την ουράνια εξουσία πρέπει να φορεί την στολή του, κι' όχι να ντρέπεται, όπως κάνουνε εκείνοι που δεν θέλουν το ράσο. Αν βγάζανε την ιερατική περιβολή τους οι παπάδες και βάζανε πολιτικά, θα βλέπανε τι περίπαιγμα θα παθαίνανε από τους άθρησκους, προπάντων στην επαρχία. Γιατί το ράσο είναι ασπίδα.

Για τούτο, πως αλλοίμονο αν παρουσιασθή ο παπάς στο χωριό με πανταλόνια και με γραβάτα, και το καλοκαίρι με κοντά μανίκια! Ώ τι δυστυχία! Ώ διάλυση των πάντων! Τι Ελλάδα μπορεί να σταθή πια; Όλα θα διαλυθούνε. Ο παπάς στο χωριό είναι σύμβολο. Σύμβολο θρησκευτικό και εθνικό, ας είναι και αγράμματος, ο πιο απελέκητος. Το ράσο θυμίζει στον λαό την ιστορία του, τις θυσίες του, τους πόνους του, τις χαρές του, και γι' αυτό το ράσο τον ζεσταίνει, του δίνει φρόνημα, πίστη, πεποίθηση, εμπιστοσύνη κι' αγάπη στη φυλή του. Αυτοί που θέλουνε να καταργήσουνε το ράσο και να μοντερνίσουνε την αρχαία όψη του παπά, συλλογιστήκανε καλά τι ζητάνε; Ας ρωτήσουν τους ξενητεμένους Έλληνες τι χαρά και τι κατάνυξη νοιώθουν όταν αντικρύσουν, στις χώρες που ζουν, κάποιον ιερέα μας με γένεια και με ράσο. Είδα κάπου να γράφει ένας διάκος ευσεβής ότι σε ένα γράμμα που έλαβε από έναν γνωστό του νέον, αλλά έγγαμον ιερέα, που υπηρετεί στην Τασμανία της Αυστραλίας, έγραφε τα παρακάτω λόγια: '' το ευχάριστο είναι ότι κατώρθωσα να διατηρώ τα ράσα και τα γένεια μου, και ούτω απολαμβάνω σεβασμού και πολλής εκτιμήσεως από τους ομογενείς της Τασμανίας''.

Αλλά ας γυρίσουμε για λίγο ακόμα σε εκείνους που δε μπορούνε να χωνέψουνε το ράσο και τα γένεια των ιερέων από τη μεγάλη ''αισθητική'' καλλιέργεια που έχουνε.

Ένας απ' αυτούς, που είναι τώρα μακαρίτης κ' ήτανε τότε που ζούσε καθηγητής σπουδαίος της Θεολογίας, με προσκάλεσε στο σπίτι του για να μου δείξη τα ''καλλιτεχνήματα'' που είχε... Δεν έβλεπα την ώρα και την στιγμή να φύγω από κει μέσα και σαν βγήκα, έκανα τον σταυρό μου, ανασαίνοντας βαθειά, και ευχαρίστησα τον Κύριο που δεν με αξίωσε να γίνω σοφός καθηγητής. Λοιπόν, εκείνος ο φτωχός άνθρωπος, εκείνος ο ψυχικός ξέρακας που περνούσε για σοφός, δεν χώνευε μήτε τα ράσα, μήτε τη βυζαντινή εικονογραφία, μήτε ''την βάρβαρον βυζαντινήν μουσικήν, ηνάλωσε δε τας δυνάμεις αυτού μέχρι του θανάτου του, μοχθήσας δια την συγχρόνισιν των εκκλησιαστικών ημών τεχνών''! Θεός συχωρέστον.


*Κ' η μίτρα του δεσπότη (η κορόνα) είναι από τα πλέον επιβλητικά και θαυμαστά καλύμματα, μ' όλο που είναι ρώσικη. Ενώ η τιάρα των καρδιναλίων εκφράζει αλαζονεία και σατανικότητα, είναι και κακού γούστου κατασκεύασμα.

**Κάποιος πολύξερος και σπουδασμένος και που γνωρίζει καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα, μου έλεγε πως από τον καιρό που ιερωμένοι μας βγάλανε τα ράσα, πλήθηνε η κακοήθεια του κλήρου σε κείνη τη χώρα που κατοικούσε.

(Πηγή: Ο.Ο.Δ.Ε.)